Get Adobe Flash player

ΔΙΕΘΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

 

Η ΚΡΙΣΗ ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Μέσα από το πρίσμα της παγκόσμιας κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης σήμερα, μπορεί να φαίνεται απίστευτο – κι όμως: μόλις δυο δεκαετίες πριν, οι κάθε είδους ιδεολογικοί και πολιτικοί εκπρόσωποι του ιμπεριαλισμού διακήρυτταν σ’ όλους τους τόνους ότι "ο οργανωμένος καπιταλισμός", όπως διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σε αντίθεση με τη μακρόχρονη στασιμότητα και την κρίση της δεκαετίας του ‘30, είχε βρει πια τον τρόπο να μετατραπεί σ’ έναν "καπιταλισμό χωρίς κρίσεις". Το "Κράτος Πρόνοιας", η "κοινωνία της ευημερίας", η "πλήρης απασχόληση" εκθειάζονταν ως μόνιμα και σταθερά επιτεύγματά του.

Ωστόσο, όπως η "χρυσή δεκαετία" του 1920 διακόπηκε βίαια από τη "μαύρη Παρασκευή" του 1929, έτσι και οι κομπασμοί των αστών και σοσιαλδημοκρατών οικονομολόγων έμειναν ξαφνικά μετέωροι, για να ξεχαστούν εντελώς στις μέρες μας, ύστερα από την ιστορική απόφαση του Νίξον στις 15 Αυγούστου 1971 που καταργούσε την ανταλλαξιμότητα του δολαρίου με το χρυσάφι. Οδηγούσε έτσι στην κατάρρευση του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος που είχε ως τότε λειτουργήσει κάτω από την αμερικάνικη ηγεμονία. Άνοιγε το δρόμο για μια μακρόχρονη περίοδο αστάθειας, χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης, χρηματιστηριακών κραχ σαν αυτά του ‘87 και του ‘89, νομισματικών κρίσεων σαν αυτές του ‘92 και ‘94, αλλά και πτώσης του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ κάτω από το μηδέν, όπως γίνονταν το ‘74-’75, το ‘82-’83 και τελευταία, ακόμα και μετά την κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού", το ‘91 στις ΗΠΑ και το ‘93 στην Ευρώπη. Τις συνέπειες ενός τέτοιου κραχ ζούμε και σήμερα με αφετηρία τη νομισματική κρίση στη νοτιοανατολική Ασία και την κατακόρυφη πτώση των αξιών στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ.

Δεν υπάρχει αστική θεωρία για την οικονομική κρίση στον καπιταλισμό. Υπάρχουν όμως κάποιες αστικές "εξηγήσεις" του φαινομένου, που διαπνέονται από την ολοφάνερη προσπάθεια να αποφευχθεί η αναζήτηση της βαθύτερης αιτίας του μέσα στην ίδια τη φύση του συστήματος. Έτσι η κρίση:

 

· Χαρακτηρίζεται παροδική ασθένεια, ένα είδος γρίπης, που θα περάσει από μόνη της. Χωρίς να εξηγείται βέβαια πώς και γιατί αυτή συνεχίζεται εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες.

·Άλλοι αναζητούν την αιτία της στην πετρελαϊκή κρίση του ‘73 και του ‘79, αποσιωπώντας ωστόσο ότι η μεταπολεμική κρίση του καπιταλισμού ξέσπασε πριν από την κρίση του πετρελαίου, ενώ συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας όταν, στο μεταξύ, έχουν πέσει κατακόρυφα όχι μόνο οι τιμές του πετρελαίου, αλλά και των πρώτων υλών γενικότερα.

·Φταίει, ο "αθέμιτος ανταγωνισμός" των αντίπαλων καπιταλιστών στις νέες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης", θα μας εξηγήσουν, λες και θα μπορούσε να υπάρχει καπιταλισμός χωρίς τον ανταγωνισμό ζωής ή θανάτου ανάμεσα στους καπιταλιστές.

·Φταίει η υπερδιόγκωση του δημόσιου τομέα, ο "κρατισμός" και τα συνδικάτα, θα μας πουν κάποιοι άλλοι, χωρίς ωστόσο να μας εξηγούν πώς και γιατί τα ίδια αυτά φαινόμενα συμβάδιζαν με ορισμένους από τους πιο ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στην ιστορία του καπιταλισμού, ενώ τώρα, που σε μεγάλο βαθμό έχουν καταργηθεί, εξακολουθούν να μην υπάρχουν ορατά αποτελέσματα.

Σε αντίθεση με κούφιες και συγκαλυπτικές "εξηγήσεις" σαν τις παραπάνω, οι βαθύτερες αιτίες για τη σημερινή όπως και για τις προηγούμενες κρίσεις του καπιταλισμού δεν είναι άλλες από τις τρεις άλυτες αντιθέσεις που, όπως διαπίστωσε ο Μαρξ, χαρακτηρίζουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης του μέχρι σήμερα:

1.Την αντίθεση ανάμεσα στην επιστημονική οργάνωση της παραγωγής στο εσωτερικό κάθε επιχείρησης από τη μια, και την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής στο σύνολο της από την άλλη. Το κυνήγι του κέρδους και ο ασυγκράτητος ανταγωνισμός φέρνουν νομοτελειακά την άνιση ανάπτυξη των τομέων, των περιφερειών, των χωρών, των ηπείρων. Οι ανισορροπίες αυτές, που εκφράζονται και ως ανισορροπίες ανάμεσα στην παραγωγή μέσων παραγωγής και στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, είναι ένας από τους παράγοντες που οδηγούν σε κρίσεις.

2.Την αντίθεση ανάμεσα στην απεριόριστη ανάπτυξη της παραγωγής και της παραγωγικότητας από τη μια, και τις περιορισμένες δυνατότητες κατανάλωσης των μαζών που υφίστανται την εκμετάλλευση από την άλλη. Ο Μαρξ έλεγε: "η τελική αιτία όλων των πραγματικών κρίσεων παραμένει πάντα η φτώχεια και ο περιορισμός της κατανάλωσης των μαζών, που αντιτίθεται στην τάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής να αναπτύσσει έτσι τις παραγωγικές δυνάμεις, λες και το όριό της αποτελείται από την απόλυτη ικανότητα κατανάλωσης της κοινωνίας". ("Το Κεφάλαιο" - τ. 3ος).

3.Την αντίθεση ανάμεσα στην αναζήτηση του μέγιστου κέρδους από τη μια, και την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους από την άλλη. Κάθε ατομικός καπιταλιστής επιδιώκει την αύξηση των κερδών του με την εισαγωγή νέου μηχανολογικού εξοπλισμού και τεχνολογίας, με την αύξηση της παραγωγικότητας, την απόσπαση περισσότερης υπερεργασίας, τη μείωση της αναγκαίας εργασίας και με την αντικατάσταση εργατών από μηχανές. Έτσι αυξάνει όλο και περισσότερο το λεγόμενο "σταθερό κεφάλαιο" -μηχανές, πρώτες ύλες, εγκαταστάσεις- το οποίο μεταβιβάζει μόνο την αξία του, αλλά δεν προσθέτει νέα αξία στο προϊόν, σε σχέση με το μόνο παράγοντα της παραγωγής που προσθέτει αξία, το "μεταβλητό κεφάλαιο" -τη ζωντανή εργατική δύναμη. Όσον καιρό διατηρεί το μονοπώλιο των νέων μεθόδων παραγωγής, ο καπιταλιστής μπορεί και απομυζά τεράστια κέρδη. Αργά ή γρήγορα, ωστόσο, η χρήση αυτών των μεθόδων γενικεύεται και τότε εξαιτίας της διόγκωσης του σταθερού κεφαλαίου που δεν γεννά νέα αξία, σε σχέση με το δημιουργό της αξίας, την εργατική δύναμη, το ποσοστό του κέρδους αρχίζει να πέφτει. Η αντίθεση αυτή μπορεί να εξουδετερωθεί σ’ έναν βαθμό με την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, με την εξοικονόμηση και την ταχύτερη περιστροφή του σταθερού κεφαλαίου, με τη βίαιη συμπίεση των τιμών των πρώτων υλών και τη λεηλασία των εξαρτημένων χωρών της καπιταλιστικής περιφέρειας, με την εξαγωγή κεφαλαίου και τις επενδύσεις (συνήθως σε βιομηχανίες έντασης εργασίας) για την υπερεκμετάλλευση των φτηνών εργατικών χεριών στις πιο φτωχές περιοχές του κόσμου κ.ά.- οδηγεί ωστόσο αναγκαστικά σε ανοιχτές κρίσεις, καταστροφές και πολέμους, που με την ισοπέδωση τομέων ολόκληρων της οικονομίας, αλλά και ολόκληρων χωρών, φέρνουν μαζί τους τη βίαιη υποτίμηση των συντελεστών της παραγωγής (συσσωρευμένου κεφαλαίου και εργασίας), και επιτρέπουν στους πιο ισχυρούς καπιταλιστές που επιβιώνουν να ξαναρχίζουν τον κύκλο της παραγωγής από νέες ευνοϊκές θέσεις.

Οι κρίσεις αποτελούν ξέσπασμα, ανοιχτή έκφραση των εσωτερικών αντιθέσεων του καπιταλισμού. Αποκαλύπτουν κάθε φορά με όλο και πιο οξυμένο τρόπο τη μετατροπή του από μορφή ανάπτυξης των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων σε εμπόδιο, δέσμευση, δύναμη καταστροφική για τον άνθρωπο και τη φύση.

Ο Μαρξ έλεγε:« Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτοαξιοποίησή του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός της παραγωγής, ότι η παραγωγή είναι παραγωγή μόνο για το κεφάλαιο και ότι αντίστροφα τα μέσα παραγωγής δεν είναι απλά μέσα για μια συνεχώς διευρυνόμενη διαμόρφωση της ζωικής διαδικασίας και της κοινωνίας των παραγωγών. Τα όρια μέσα στα οποία, και μόνο, μπορούν να κινηθούν η διατήρηση και αξιοποίηση της κεφαλαιακής αξίας, που στηρίζονται στην απαλλοτρίωση και πτώχευση της μεγάλης μάζας των παραγωγών, τα όρια αυτά έρχονται έτσι διαρκώς σε αντίθεση με τις μεθόδους παραγωγής, που το κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιεί για την επίτευξη των στόχων του, και οι οποίες οδηγούν στην απεριόριστη μεγέθυνση της παραγωγής, στην παραγωγή σαν αυτοσκοπό, στην απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας. Το μέσο -απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας- έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον περιορισμένο στόχο της αξιοποίησης του υπάρχοντος κεφαλαίου...» ("Το Κεφάλαιο" - τ. 3ος)

Η λειτουργία των παραπάνω αντιθέσεων μπορεί να εξηγήσει και την κρίση που ξεκινάει στην δεκαετία του ‘7Ο, σε μια φάση αποκορύφωσης της "ανάπτυξης" του μεταπολεμικού καπιταλισμού δηλαδή, όπου εκτός από τις ΗΠΑ, όλες λίγο πολύ οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες έχουν ολοκληρώσει την μεταπολεμική τους ανοικοδόμηση, έχουν αφομοιώσει και υιοθετήσει τις πιο προωθημένες μεθόδους του λεγόμενου φορντικού μοντέλου παραγωγής (ταινιόδρομος συναρμολόγησης, μαζική παραγωγή κ.λπ.), έχουν κάνει κιόλας την εμφάνιση τους νέες τεχνολογίες και νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής. Την ίδια ώρα που οι απελευθερωτικοί αγώνες των λαών, ιδιαίτερα των λαών του 3ου κόσμου, δημιουργούν όλο και πιο επικίνδυνες ρωγμές στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, αμφισβητούν όλο και πιο έντονα και απειλούν σοβαρά την αμερικάνικη ηγεμονία.

 

ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ

Η κρίση αυτή των αρχών του 1970 οδήγησε σε ραγδαίες αλλαγές στους παγκόσμιους οικονομικούς συσχετισμούς των δυνάμεων. Το μερίδιο των ΗΠΑ στην παγκόσμια παραγωγή αγαθών από το 40% (1950) έπεσε στο 23% (αρχές της δεκαετίας ‘80). Αντίθετα το μερίδιο της Ιαπωνίας και της Δυτικής Ευρώπης αυξήθηκε από το 22% στο 39%. Οι ΗΠΑ έπεσαν στη δεύτερη θέση στις παγκόσμιες εξαγωγές, με πρώτη τη Γερμανία, δέχονταν όλο και πιο ισχυρές επιθέσεις από την Ιαπωνία, και απέκτησαν ένα όλο και πιο ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο. Ακόμα, έχασαν την πρωτοπορία όχι μόνο σε παραδοσιακές βιομηχανίες, όπως η υφαντουργία, η σιδηρουργία, τα ναυπηγεία, η χημική βιομηχανία, αλλά έμειναν πίσω και στους στρατηγικούς τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας, της ρομποτικής, των εργαλειομηχανών, της πληροφορικής. Ως συνέπεια και των υπέρογκων στρατιωτικών δαπανών για την επιβολή και συντήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας τους, οι ΗΠΑ, από μεγαλύτερος εξαγωγέας, έγιναν ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ξένου κεφαλαίου και από μεγαλύτερος πιστωτής, ο μεγαλύτερος χρεώστης, με αστρονομικό δημόσιο χρέος. Οι ανταγωνισμοί οξύνθηκαν, η καπιταλιστική οικονομία μπήκε σε μια μακρόχρονη περίοδο συνεχών κλυδωνισμών και χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης.

Στα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι σήμερα ανατράπηκαν επανειλημμένα και τα κυρίαρχα αστικά οικονομικά δόγματα:

·Σε πρώτη φάση μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, οι κεϋνσιανές αντιλήψεις που ισχυρίζονταν ότι, με την παρέμβαση του κράτους και του πιστωτικού συστήματος, θα ήταν δυνατό να εξασφαλίζεται η ισορροπία ανάμεσα στην προσφορά και στη ζήτηση και να ρυθμίζεται έτσι ο κύκλος της καπιταλιστικής οικονομίας, οδήγησαν στο φαινόμενο που ονομάστηκε "στασιμοπληθωρισμός" και αποκάλυψαν την αποτυχία τους με την ταυτόχρονη εκτίναξη του πληθωρισμού, αλλά και το βάθεμα της οικονομικής ύφεσης.

·Με την αναβίωση των κλασικών οικονομικών αντιλήψεων στη συνέχεια, με το «νεοφιλελευθερισμό" και το "μονεταρισμό", ο "κρατισμός" και οι "κοινωνικές παροχές" ανακηρύχθηκαν σε κύρια αιτία της κρίσης. Η "απελευθέρωση των νόμων της αγοράς", οι ιδιωτικοποιήσεις, η κατεδάφιση του "κράτους πρόνοιας", η μεταφορά εισοδήματος από τους εργαζόμενους προς τις επιχειρήσεις, οι μαζικές απολύσεις κ.λπ., έγιναν η κυρίαρχη πολιτική του κεφαλαίου. Με την κατάρρευση των πρώην σοσιαλιστικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης, εκδηλώθηκε μια δεύτερη, ακόμα σκληρότερη επίθεση, όχι μόνο οικονομική αλλά και ιδεολογική, με την ολοκληρωτική σχεδόν ευθυγράμμιση τόσο της Δεξιάς όσο και της Σοσιαλδημοκρατίας κατά των εργαζομένων.

Ωστόσο, παρά την ανακήρυξη της νομισματικής σταθερότητας σε πρωταρχικό καθήκον και παράλληλα με τη βίαιη αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου, το δημόσιο χρέος εξαπλασιάστηκε στις ΗΠΑ των Ρήγκαν και Μπους. Η ευημερία των αριθμών στην Αγγλία της Θάτσερ συνοδεύτηκε όχι μόνο από στασιμότητα στη βιομηχανία, αλλά και από συνεχή επιδείνωση της κατάστασης των εργαζομένων σύμφωνα με τις προδιαγραφές της κοινωνίας των 2/3. Οι εξεγέρσεις των φτωχών, των ανέργων και των απελπισμένων πλήθυναν, από το Λος Άντζελες και την Κορέα μέχρι το γαλλικό Δεκέμβρη και τις μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων στην Ιταλία, στη Γερμανία, στο Βέλγιο. Οι αστικές κυβερνήσεις αναζητούσαν νέα "μείγματα" οικονομικής πολιτικής, που να συνδυάζουν το νεοφιλελευθερισμό και την κρατική παρέμβαση, χωρίς ωστόσο να κατορθώνουν να επιστρέψουν στους προηγούμενους ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας.

 

ΤΑ ΔΥΟ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ

Για να κατανοήσουμε τη φάση που περνάει σήμερα η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία πρέπει να διακρίνουμε εδώ τους δύο τύπους των κρίσεων που έχουν εμφανιστεί μέχρι σήμερα στην ιστορία του καπιταλισμού.

Υπάρχουν οι "κυκλικές κρίσεις" που έρχονται κι επανέρχονται κάθε 5–7 χρόνια, οδηγώντας την καπιταλιστική οικονομία από τη μέτρια ανάπτυξη, στην οικονομική άνθιση, στην κρίση, στην ύφεση και πάλι στην ανάκαμψη. Οι κρίσεις αυτές οφείλονται στις ανισορροπίες της καπιταλιστικής παραγωγής ανάμεσα στον ένα ή τον άλλο κλάδο, ανάμεσα στην παραγωγή μέσων παραγωγής και στην παραγωγή ειδών κατανάλωσης, καθώς και στην τεράστια διόγκωση ή συρρίκνωση του κυκλοφορούντος χρήματος και της πίστης. Ανισορροπίες που φέρνουν μαζί τους, πότε εδώ και πότε εκεί, το φαινόμενο της υπερπαραγωγής εμπορευμάτων ή κεφαλαίου, που ξεπερνιέται ωστόσο σχετικά εύκολα με τη λιγότερο ή περισσότερο βίαιη αναπροσαρμογή του συστήματος. Οι κυκλικές αυτές κρίσεις, που εμφανίζονται σταθερά από τις αρχές του 19ου αιώνα, εκδηλώνονται αδιάλειπτα και μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, στα 1949, 1955, 1960, 1966, 1973, 1980, 1987, 1991.

Παράλληλα με τα "μικρά κύματα" που περιγράψαμε παραπάνω, υπάρχουν μακρόχρονες περίοδοι όπου σημειώνεται μια υψηλή μέση ανάπτυξη, καθώς και μακρόχρονες περίοδοι με χαμηλή μέση ανάπτυξη του καπιταλισμού. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση όπου και οι μικρότερες "κυκλικές κρίσεις" χτυπούν με ιδιαίτερη ένταση την καπιταλιστική παραγωγή, μπορούμε να μιλήσουμε για "δομική κρίση" του καπιταλισμού. Σε τέτοιες περιόδους η ύφεση είναι βαθιά και μακρόχρονη. Οι φάσεις της ανάκαμψης σύντομες και αναιμικές. Η ανεργία φτάνει σε ιδιαίτερα ψηλά επίπεδα.

Τέτοιου τύπου κρίσεις είχαμε ως τώρα στην περίοδο 1873-1895 και στην περίοδο 1919-1939. Και οι δυο κατέληξαν σε βαθιές διαρθρωτικές αναπροσαρμογές και συνοδεύτηκαν από βίαιες εκρήξεις, πολέμους και επαναστάσεις. Η πρώτη περίοδος έφερε μαζί της τη ραγδαία ανάπτυξη των μονοπωλίων, την εξαγωγή κεφαλαίου και τον ιμπεριαλισμό. Η δεύτερη κατέληξε στο Β' παγκόσμιο πόλεμο, στην ανάδειξη της αμερικάνικης ηγεμονίας και στον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό.

Σχετικά με την περίοδο που άνοιξε από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 μέχρι σήμερα, σε μια μελέτη που δημοσιεύτηκε το Γενάρη του 1987 ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει: "Αν εξετάσουμε το σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ, η ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής βρίσκονταν γύρω στο 6,5% για μεγάλο τμήμα της δεκαετίας του ‘60. Η αλλαγή της τάσης αυτής στη βιομηχανική παραγωγή μπορεί να εντοπιστεί με αρκετή ακρίβεια στα 1972. Προς τα μέσα της δεκαετίας του ‘70 έχουμε απότομη πτώση του ρυθμού της βιομηχανικής ανάπτυξης γύρω στο 2,5% που σήμερα εκτιμάται ότι βρίσκεται στο 2,3%". Σ’ ό,τι αφορά το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ από τη δεκαετία του ‘70 μέχρι σήμερα, νεότερα στοιχεία του ΟΟΣΑ (προβλέψεις της Γραμματείας του ΟΟΣΑ για το 1997 και 1998), το δείχνουν να πέφτει κάτω από το μισό της δεκαετίας του ‘60.

Τα παραπάνω έρχονται να επιβεβαιώσουν την άποψη ότι από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 γνωρίζουμε την "τρίτη δομική κρίση" του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

 

Εξελίξεις στις τρεις κύριες περιοχές του ΟΟΣΑ

 

 

Πραγματική αύξηση του ΑΕΠ (% ανά έτος)

Αύξηση παραγωγικότητας (1) (% ανά έτος)

Αύξηση ενεργού πληθυσμού (% ανά έτος)

Ποσοστό ανεργίας (%)

Πληθωρισμός (2) (% ανά έτος)

ΗΠΑ

         

1960-1973

4,3

2,3

1,7

4,9

 

3,3

 

1979-1989(*)

2,9

0,3

1,7

6,8

 

7,7

 

1973-1979

2,7

1,0

1,0

7,3

 

5,0

1989-1998(**)

1,9

 

0,8

 

0,9

 

6,1

 

2,7

 

ΙΑΠΩΝΙΑ

         

1960-1973

9,4

8,1

1,7

1,3

6,2

1973-1979

 

3,5

 

2,8

 

0,8

1,9

 

82

 

1979-1991(*)

 

3,9

 

2,6

 

0,9

 

2,4

 

2.3

 

1991-1998(**)

 

1,6

 

1,0

 

0,0

 

2,9

 

0,4

15 χώρες Ε. Ε. (3)

         

1960-1973

 

4,8

 

4,5 (4)

 

0,6

 

2,2

 

5,2

1973-1979

 

2,5

 

2,3

 

0,6

 

4,2

 

11,8

1979-1990(*)

 

2,3

 

1,8

 

0,6

 

8,7

 

7,1

 

1990-1998(**)

1,9

 

1,4

 

0,9

 

10,7

 

3,2

 

(1)Παραγωγικότητα της εργασίας για το σύνολο της οικονομίας

(2)Μέτρηση σύμφωνα με τις αυξομειώσεις του δείκτη τιμών του ΑΕΠ

(3)Περιλαμβάνει τη Δ. Γερμανία από το 1960 ως το 1990 και ολόκληρη τη Γερμανία στη συνέχεια

(4)Περιλαμβάνει τη Γαλλία από το 1965 και τις Κάτω Χώρες από το 1969

(*) Ο τελευταίος χρόνος της περιόδου αντιστοιχεί στην αναπτυξιακή αιχμή της συγκυρίας της δεκαετίας του ‘80 και στις τρεις περιοχές

(**) Προβλέψεις της γραμματείας του ΟΟΣΑ για το 10997 και το 1998

 

 

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ"

Υπάρχει οπωσδήποτε ένας άμεσος συσχετισμός ανάμεσα στην κρίση, ιδιαίτερα τη δομική κρίση του καπιταλισμού, και στην ανάπτυξη των μηχανών, της τεχνολογίας, των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας.

Όχι με την έννοια ότι οι ίδιες οι μηχανές και η τεχνολογία προκαλούν την κρίση και τις αντίστοιχες καταστροφικές συνέπειες στις συνθήκες ζωής και εργασίας της εργατικής τάξης – μια αντίληψη που είχε οδηγήσει τον Νεντ Λουντ και το αντίστοιχο κίνημα των "λουδιτών" στην Αγγλία των αρχών του 19ου αιώνα στο να καταστρέφουν τις μηχανές. Ούτε με την έννοια που υποστηρίζουν και σήμερα ορισμένοι αστοί οικονομολόγοι και "εκσυγχρονιστές" πολιτικοί όταν θεωρούν τις ολέθριες κοινωνικές επιπτώσεις της "τεχνολογικής επανάστασης" φυσιολογική και αναπόφευκτη διαδικασία για την αντικατάσταση της παλιάς παραγωγικής μηχανής από μια καινούργια.

Οι όποιες αρνητικές επιπτώσεις των μηχανών και της τεχνολογίας δεν είναι παρά συνέπεια της καπιταλιστικής τους χρήσης, που από απλά εργαλεία για την παραγωγή αγαθών τις μετατρέπει σε μέσα για το ξεζούμισμα όλο και περισσότερης απλήρωτης εργασίας, σε μέσα εκμετάλλευσης, που αντί να αξιοποιούνται για να διευκολύνουν τη δουλειά του εργάτη είναι αυτά που τον αξιοποιούν και τον υποτάσσουν. Ή αλλιώς, όπως έλεγε ο Μαρξ "...ενώ αυτή καθαυτή η μηχανή συντομεύει τον εργάσιμο χρόνο, ο καπιταλισμός τη χρησιμοποιεί για να μεγαλώνει την εργάσιμη μέρα, ενώ αυτή καθαυτή ελαφρύνει την ανθρώπινη εργασία, ο καπιταλισμός τη χρησιμοποιεί για να αυξάνει την εντατικοποίηση, ενώ αποτελεί αυτή καθαυτή μια νίκη του ανθρώπου απέναντι στις δυνάμεις της φύσης, ο καπιταλισμός τη χρησιμοποιεί για να υποδουλώνει μέσω των φυσικών δυνάμεων τον άνθρωπο, ενώ αυτή καθαυτή πολλαπλασιάζει τον πλούτο του παραγωγού, ο καπιταλισμός τη χρησιμοποιεί για να τον εξαθλιώνει..." ("Το Κεφάλαιο", τ. 1ος)

Και είναι τέλος αυτή η καπιταλιστική χρήση των μηχανών που φέρνει μαζί της την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και την κρίση όπου, όπως έλεγε ο Ένγκελς, "...οι ίδιες οι παραγωγικές δυνάμεις ωθούν με όλο και μεγαλύτερη δύναμη προς την άρση της αντίθεσης, προς την απελευθέρωσή τους από την καπιταλιστική τους ιδιότητα, προς μια πραγματική αναγνώριση του χαραχτήρα τους ως κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων" ("Αντι-Ντύρινγκ").

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ"

Στην ιστορία του καπιταλισμού μέχρι σήμερα είχαμε τρία μεγάλα κύματα ανάπτυξης νέων παραγωγικών δυνάμεων και νέων μεθόδων παραγωγής που ονομάστηκαν "βιομηχανικές επαναστάσεις".

Η πρώτη βιομηχανική επανάσταση είχε αφετηρία της την ατμοκίνητη μηχανή και οδήγησε στη διάρκεια και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα στην ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας (άνθρακας, χάλυβας, υφαντουργία) και στην επέκταση των μεταφορών (σιδηρόδρομος, ατμόπλοιο).

Η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση στηρίχτηκε στη μηχανή εσωτερικής καύσης και στον ηλεκτρικό κινητήρα. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα πραγματοποιήθηκαν μ’ αυτές τις παραγωγικές δυνάμεις επαναστατικές αλλαγές στις μεθόδους παραγωγής (ηλεκτρομηχανική, ταινιόδρομος συναρμολόγησης), στις επικοινωνίες (τηλέγραφος, τηλέφωνο), στις μεταφορές (αυτοκίνητο, αεροπλάνο), σε νέα προϊόντα (μεταλλικά, χημικά).

Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 αναπτύσσονται ραγδαία η μικροηλεκτρονική, η πληροφορική, η βιοτεχνολογία, νέα μέταλλα, νέες πηγές ενέργειας, καθώς και μια σειρά νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής, αυτοματοποίηση, ελαστικά συστήματα παραγωγής) που δείχνουν να οδηγούν προς μια τρίτη βιομηχανική επανάσταση.

Αυτές οι νέες τεχνολογίες και οι νέες μέθοδοι παραγωγής είχαν κάνει την εμφάνιση τους κιόλας πριν από την κρίση της δεκαετίας του ‘70. Ωστόσο η κρίση ήρθε να δώσει νέα τεράστια ώθηση στην παραπέρα ανάπτυξη και αξιοποίηση τους στην προσπάθεια του κεφαλαίου να ξεφύγει από τις συνέπειες της και να αναστηλώσει τα κέρδη του: α) με τη δημιουργία νέων αγορών και νέων προϊόντων που είχαν αυξημένη ζήτηση και απέφεραν υψηλά ποσοστά κέρδους, και β) με την εντατικότερη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και την απόσπαση επιπλέον υπεραξίας με την αύξηση της παραγωγικότητας. Όπως έχουμε ήδη δείξει, εκείνοι οι κεφαλαιοκράτες που κατορθώνουν να αξιοποιήσουν πρώτοι τις νέες τεχνολογίες είναι αυτοί που απολαμβάνουν και τα μεγαλύτερα υπερκέρδη. Ο λεγόμενος "επανασχεδιασμός" της παραγωγής με βάση τις νέες μεθόδους έχει αποκτήσει σήμερα καθοριστική σημασία στην ξέφρενη κούρσα για την επικράτηση ανάμεσα στα τρία ισχυρότερα ιμπεριαλιστικά κέντρα, ΗΠΑ, Ευρώπη, Ιαπωνία.

 

ΝΕΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘70, κυρίαρχη μέθοδος παραγωγής ήταν η λεγόμενη "επιστημονική οργάνωση της εργασίας", στηριγμένη στο σύστημα του Τέϋλορ. Το σύστημα αυτό, κατακερματίζοντας την παραγωγική διαδικασία σε απλές, επαναλαμβανόμενες και εύκολα ελεγχόμενες κινήσεις, ξεχώριζε αυστηρά την πνευματική εργασία (σχεδιασμός και διαχείριση της παραγωγής) από τη χειρονακτική εργασία των ανειδίκευτων εργατών.

Με το λεγόμενο φορντικό μοντέλο και τον ταινιόδρομο της συναρμολόγησης, η παραγωγή και η παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκαν κατακόρυφα σε σχέση με προηγούμενες εποχές, εκτινάσσοντας έτσι και τα κέρδη του κεφαλαίου. Το σύστημα αυτό, έχοντας επινοηθεί για τη μαζική παραγωγή μεγάλης κλίμακας, έχει τις δικές του ακαμψίες. Στις περιόδους της αποθήκευσης των προϊόντων ενός ορισμένου τύπου, μεγάλες μάζες κεφαλαίου παραμένουν "νεκρές". Η παραγωγή νέων προϊόντων απαιτεί το μετασχηματισμό ολόκληρου του ταινιόδρομου συναρμολόγησης. Σημειώνονται έτσι μεγάλες απώλειες σε σταθερό κεφάλαιο.

Με τη χρησιμοποίηση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των ρομπότ και κυρίως με τις μεθόδους της "λιτής παραγωγής", που πρώτοι επινόησαν οι Ιάπωνες, σημειώνονται εντυπωσιακές αλλαγές στις μεθόδους παραγωγής. Η αρχή της παράδοσης προϊόντων και εξαρτημάτων "την ώρα που θα χρειαστούν" (just in time) μειώνει στο ελάχιστο την αποθήκευση. Η "διεύθυνση μέσω του στρες" (management by stress) θέτει υπό διαρκή ηλεκτρονική παρακολούθηση τους χειρισμούς του εργάτη, σημειώνοντας με πράσινα, πορτοκαλιά και κόκκινα φωτάκια τα λάθη, τις αδυναμίες και τους επιτυχημένους χειρισμούς του, πιέζοντας έτσι ασφυκτικά για συνεχή βελτίωση της παραγωγής. Η "συλλογική εργασία" (team work) και οι "κύκλοι ποιότητας" απαιτούν από κάθε εργάτη διαρκή έλεγχο των συναδέλφων του και άμεση παρέμβαση για τη διόρθωση του λάθους ή της καθυστέρησης. Στόχος είναι τα πέντε μηδενικά: μηδέν καθυστέρηση, μηδέν αποθήκευση, μηδέν λάθη, μηδέν βλάβες, μηδέν γραφειοκρατία. Αποτέλεσμα η μεγάλη εξοικονόμηση σταθερού κεφαλαίου και η αύξηση των κερδών. Έτσι επιτεύχθηκε πολύ πιο ψηλή παραγωγικότητα που έδωσε π.χ. στη γιαπωνέζικη Τογιότα τη δυνατότητα να παράγει ένα αυτοκίνητο σε 16 ώρες αντί για τις 31 ώρες που χρειαζόταν η Τζένεραλ Μότορς. Η ανταγωνιστικότητα με βάση τις νέες μεθόδους έγινε καταναγκασμός για όλες τις αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες.

Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι οι νέες αυτές μέθοδοι παραγωγής οδηγούν σε πιο ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, μετατρέπουν τις πολύβουες και ανθυγιεινές αίθουσες παραγωγής σε επιστημονικά εργαστήρια και μειώνουν την απόσταση ανάμεσα στη χειρονακτική και την πνευματική εργασία.

Η αλήθεια είναι ότι με τις νέες μεθόδους κατακερματίζεται και η πνευματική εργασία. Με τη χρησιμοποίηση της πληροφορικής, ο σχεδιασμός και η επίβλεψη της παραγωγής μετατρέπονται σε απλές λειτουργίες ελέγχου, πράγμα που αυξάνει την παραγωγικότητα και επιτρέπει την εκτέλεση της εργασίας από ένα πολύ πιο ανειδίκευτο προσωπικό. Η πληροφορική αφαιρεί από τη δραστηριότητα του διανοητικού εργάτη τον ατομικό και δημιουργικό χαραχτήρα της και οδηγεί μεγάλο αριθμό εργαζόμενων στην απο-ειδίκευση, αλλά και στην ανεργία. Η πνευματική εργασία μετατρέπεται έτσι σε ενέργειες ρουτίνας που εκτελούνται μέσω του υπολογιστή.

Η εντατικοποίηση στις συνθήκες της ηλεκτρονικής παρακολούθησης της δουλειάς δεν είναι πια μόνο σωματική, αλλά και πνευματική. Νέες επαγγελματικές ασθένειες κάνουν την εμφάνιση τους. Η πιο τρομερή από αυτές, που οι Γιαπωνέζοι την ονομάζουν "καρόσι", οδηγεί ακόμα και στο θάνατο εξαιτίας της σωματικής και πνευματικής υπερκόπωσης.

 

ΑΝΕΡΓΙΑ-ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΩΝ

Ο Μαρξ έλεγε: "Η παραγωγικότητα της μηχανής μετριέται ανάλογα με το βαθμό στον οποίο αυτή αντικαθιστά ανθρώπινη εργασία" ("Το Κεφάλαιο" -τ.1ος). Κάθε φορά που χρησιμοποιήθηκαν μέχρι σήμερα νέα μέσα και νέες μέθοδοι παραγωγής στην ιστορία του καπιταλισμού, αυτά οδήγησαν κατ’ αρχή σε μεγάλη αύξηση της ανεργίας στο λεγόμενο "σχετικό υπερπληθυσμό".

Η ανεργία αποτέλεσε πάντα ακαταμάχητο όπλο για την όλο και μεγαλύτερη συμπίεση των μισθών, την αφαίρεση κατακτήσεων και δικαιωμάτων, την εντατικοποίηση της δουλειάς των υπόλοιπων εργαζόμενων, την αύξηση όχι μόνο της σχετικής υπεραξίας με την αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά και της απόλυτης υπεραξίας, είτε με τη μείωση της αμοιβής του εργάτη είτε με την επιμήκυνση και εντατικοποίηση της εργάσιμης μέρας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ ύστερα από μακρόχρονους αγώνες, αλλά και κάτω από την επιρροή της μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης, το 8ωρο είχε λίγο πολύ γενικευτεί σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο για αρκετά χρόνια από το 1917 και μετά, με την αύξηση της ανεργίας και την άμπωτη του εργατικού κινήματος από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 οι καπιταλιστές επέβαλαν και πάλι το 10ωρο, το 12ωρο ή ακόμα και το 16ωρο.

Στις σημερινές συνθήκες της τρίτης δομικής κρίσης του καπιταλισμού και της αναδιάρθρωσης της παραγωγικής του μηχανής με βάση τον αυτοματισμό και τις νέες τεχνολογίες, γινόμαστε μάρτυρες μιας εκρηκτικής διόγκωσης της ανεργίας και μιας παράλληλης μείωσης του αριθμού των απασχολούμενων σε όλους τους τομείς της παραγωγής:

·Στη γεωργία, όπου το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού, από το 6Ο% που ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα έχει φτάσει σήμερα στο 3%-5% στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και σχεδιάζεται μια ακόμα μεγαλύτερη μείωση του. Με το συνδυασμό των ηλεκτρονικών υπολογιστών και της βιοτεχνολογίας σ’ ένα ενιαίο σύμπλεγμα ορισμένοι μιλούν κιόλας για ένα αυτοματοποιημένο αγρόκτημα-εργοστάσιο που θα ελέγχεται από τις πολυεθνικές του αγροφαρμακευτικού τομέα. Η παραπέρα μείωση της απασχόλησης στη γεωργία, την οποία παλιότερα απορροφούσαν η βιομηχανία και οι υπηρεσίες, ιδιαίτερα για τις χώρες του Γ' κόσμου ή ακόμα και για τις χώρες με μέση καπιταλιστική ανάπτυξη, με το ψηλό ποσοστό αγροτών, εγκυμονεί εκρηκτικά κοινωνικά φαινόμενα εξαιτίας της κρίσης αλλά και της ραγδαίας αποβιομηχάνισης που τις χαρακτηρίζει.

·Στη βιομηχανία, οι μαζικές απολύσεις αποτελούν μόνιμο συνοδευτικό χαρακτηριστικό στα πλαίσια του λεγόμενου επανασχεδιασμού των επιχειρήσεων. Μέσα σε 4 χρόνια (‘92–’95) η ΙΒΜ, το "διαμάντι" της αμερικάνικης βιομηχανίας, πραγματοποίησε 100.000 απολύσεις. Ο γερμανικός γίγαντας της ηλεκτρονικής και της μηχανολογίας, η Siemens, μείωνε την ίδια περίοδο τις δαπάνες της κατά 20%-30% και απέλυε πάνω από 16.000 υπαλλήλους σε όλο τον κόσμο. Η γιαπωνέζικη εταιρεία τηλεπικοινωνιών ΝΤΤ μέσα στο 1993 απέλυσε 10.000 εργαζόμενους, σχεδιάζοντας ταυτόχρονα την απόλυση άλλων 30.000 στα επόμενα χρόνια. Ανάλογα μέτρα και περικοπές προώθησαν η Τζένεραλ Μότορς και η Μερσεντές Μπεντζ, η χαλυβουργία, η χημική βιομηχανία, η υφαντουργία κ.λπ. Ενώ στο διάστημα μεταξύ 1979-1992 η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 35%, στις ΗΠΑ το εργατικό δυναμικό αντίθετα μειώθηκε κατά 15%. Στο παρελθόν όσοι έχαναν τη δουλειά τους στη βιομηχανία αναζητούσαν διέξοδο στον τομέα των υπηρεσιών.

·Σήμερα ωστόσο και ο τομέας των υπηρεσιών προχωρά σε μαζικές απολύσεις με τη χρησιμοποίηση των νέων τεχνολογιών. Οι εμπορικές τράπεζες και τα ταμιευτήρια των ΗΠΑ σχεδιάζουν μείωση των θέσεων εργασίας κατά 30%-40%. Η ΑΤ&Τ πραγματοποιεί στις μέρες μας 50% περισσότερες κλήσεις με 40% λιγότερους υπαλλήλους. Νέες εργασιακές σχέσεις εμφανίζονται με το λεγόμενο "εικονικό γραφείο" και την "τηλεεργασία".

 

Στη βάση εξελίξεων σαν τις παραπάνω, διάφοροι αστοί θεωρητικοί και μελλοντολόγοι επεξεργάζονται νέους μύθους για το "τέλος της εργασίας", για "βιομηχανίες χωρίς εργάτες", για τη "χειραφέτηση του κεφαλαίου από τους εργαζόμενους". Ταυτόχρονα βέβαια και ενώ προσπαθούν με "προβλέψεις" σαν τις παραπάνω να τρομοκρατήσουν τους εργάτες και να εξασφαλίσουν την αδιαμαρτύρητη υποταγή τους στην κερδοσκοπία του κεφαλαίου, δεν μπορούν να κρύψουν το δέος που τους πιάνει μπροστά στα αναρίθμητα εκατομμύρια των ανέργων και τις όλο και πιο πλατιές προλεταριοποιημένες μάζες που, ακόμα και μέσα στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, γνωρίζουν την πείνα και την εξαθλίωση, μην έχοντας άλλο πόρο για την επιβίωση τους από την πώληση της εργατικής τους δύναμης.

 

ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΤΟ "ΤΕΛΟΣ", ΠΙΟ ΕΝΤΟΝΟ ΤΟ ΞΕΖΟΥΜΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η θεωρητική λαθροχειρία και η απάτη "προβλέψεων" σαν τις παραπάνω βρίσκεται στο γεγονός ότι ξεχωρίζουν τις θεωρητικές δυνατότητες των μηχανών και της τεχνολογίας από την καπιταλιστική τους χρήση.

Επειδή ως κεφάλαιο η μηχανή, ως συσσωρευμένη-νεκρή εργασία, δεν μπορεί να μεταφέρει άλλο από το κόστος της στο εμπόρευμα, δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τον πρωταρχικό υπαρξιακό όρο της καπιταλιστικής παραγωγής, δεν μπορεί να παραγάγει νέα αξία, ούτε φυσικά υπεραξία και κέρδος, χωρίς τη μεσολάβηση της ζωντανής εργασίας, που μόνο αυτή αποτελεί πηγή νέας αξίας. Να γιατί "προϋπόθεση του κεφαλαίου είναι η μισθωτή εργασία" (Κ. Μαρξ-Φ. Ένγκελς "Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος"). Και να γιατί μόνο με την κατάργηση του κεφαλαίου θα μπορούσε και η μισθωτή εργασία να καταργηθεί.

Αυτό που ισχύει αντίθετα στον καπιταλισμό είναι το εκπληκτικό φαινόμενο, το "οικονομικό παράδοξο" όπως έλεγε ο Μαρξ, οι τιτάνιες δυνάμεις της συσσωρευμένης εργασίας που θα μπορούσαν να γίνουν καταλυτικό μέσο για τη μείωση του εργάσιμου χρόνου, να μετατρέπονται στο πιο αποφασιστικό εργαλείο για τη μετατροπή ολόκληρης της ζωής του εργάτη και της οικογένειάς του σε εργάσιμο χρόνο, αφιερωμένο αποκλειστικά στην αξιοποίηση του κεφαλαίου.

Κι αυτό γιατί στις συνθήκες της καπιταλιστικής κυριαρχίας, υπάρχει "μια εσωτερική αντίφαση στη χρήση της μηχανής για την παραγωγή υπεραξίας, η οποία έγκειται στο γεγονός ότι από τους δυο παράγοντες της υπεραξίας, που παρέχει το κεφάλαιο ενός ορισμένου μεγέθους, τον ένα παράγοντα, το ποσοστό της υπεραξίας, μπορεί να τον μεγαλώσει μόνο μέσω της σμίκρυνσης του άλλου παράγοντα, του αριθμού των εργατών. Αυτή η εσωτερική αντίφαση εμφανίζεται αμέσως από τη στιγμή που, με τη γενίκευση της χρήσης μιας μηχανής σ’ ένα βιομηχανικό κλάδο, η αξία του μηχανικά παραγόμενου εμπορεύματος γίνεται η ρυθμιστική κοινωνική αξία όλων των εμπορευμάτων αυτού του είδους. Και είναι αυτή η αντίφαση πάλι που σπρώχνει με τη σειρά της το κεφάλαιο, χωρίς ούτε το ίδιο να το συνειδητοποιεί, προς τη βίαιη επιμήκυνση της εργάσιμης μέρας για να μπορέσει έτσι να αναπληρώσει τη σχετική μείωση των εκμεταλλευόμενων εργατών μέσω της αύξησης όχι μόνο της σχετικής αλλά και της απόλυτης υπεραξίας" ("Το Κεφάλαιο"-τ. 1ος).

Οι παραπάνω διαπιστώσεις είναι αποκαλυπτικές και για τη σημερινή πραγματικότητα σ’ ό,τι αφορά τις εργασιακές σχέσεις σε διεθνή κλίμακα. Μια πραγματικότητα με 41 εκ. ανέργους στις χώρες του ΟΟΣΑ, 1 δις ανέργους αν συνυπολογίσουμε ολόκληρο τον κόσμο (Ρωσία, Αν. Ευρώπη, Γ' κόσμο), όπου ταυτόχρονα εκδηλώνεται μια πρωτοφανής επίθεση στις κατακτήσεις, τα δικαιώματα και τις εργασιακές σχέσεις που δεν έχει άλλο σκοπό από την αύξηση της απόλυτης υπεραξίας που απομυζά το κεφάλαιο.

Οι μέθοδοι αυτές από τις ΗΠΑ των Ρέιγκαν, Μπους και Κλίντον μέχρι την Ευρωπαϊκή Ένωση της Λευκής Βίβλου και του Μάαστριχτ δεν είναι άλλες από αυτές που επιδιώκουν την πλήρη "ελαστικοποίηση" και τη λεγόμενη "απελευθέρωση της αγοράς εργασίας" με το πρόσχημα της καταπολέμησης της ανεργίας. Πρόκειται για μέτρα όπως: τον υπολογισμό του χρόνου εργασίας σε ετήσια βάση και την κατάργηση της υπερωριακής αμοιβής. Την κατάργηση του 8ωρου και τη μετατροπή του σε 10ωρο ή και 12ωρο, ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης. Την κατάργηση της αργίας του Σαββατοκύριακου. Τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Την προσωρινή απασχόληση. Τη μερική απασχόληση. Το περιβόητο εκείνο "hire and fire" (περίπου "προσλαμβάνεσαι για μια δουλειά και απολύεσαι"). Όλες εκείνες τις μορφές της λεγόμενης "επισφαλούς εργασίας" με αμοιβές πείνας και χωρίς δικαιώματα. Την κατάσταση εκείνη που χαρακτηρίζει 7.900.000 Aμερικανούς που, κάνοντας σήμερα περισσότερες από μια δουλειές για να τα βγάλουν πέρα, κερδίζουν ωστόσο λιγότερα από όσα κέρδιζαν με τη μία σταθερή δουλειά τους στο παρελθόν. Πράγματι, όλη η ζωή του εργαζόμενου μετατρέπεται σ’ ένα ατελείωτο κυνήγι του επιούσιου, αφιερωμένο αποκλειστικά στην αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Η επίθεση στις εργασιακές σχέσεις συνοδεύεται από την ολομέτωπη επίθεση κατά του βιοτικού επιπέδου και των κατακτήσεων των εργαζόμενων συνολικά περίπου εδώ και δυο δεκαετίες με θεωρητικό υπόβαθρο το νεοφιλελευθερισμό και χωρίς ουσιαστικές διαφοροποιήσεις τόσο από τη μεριά της διεθνούς δεξιάς όσο και της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας. Αποτέλεσμα η απότομη επιδείνωση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των εργαζόμενων σε παγκόσμια κλίμακα:

·Μέσα σε μια εικοσαετία στις ΗΠΑ οι μισθοί έχασαν πάνω από το 15% της αξίας τους. Το 12% του πληθυσμού στις ΗΠΑ, 30 εκ. άτομα, ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. 35% στερούνται κάθε είδους ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Αντίστοιχα στην Ευρώπη 57 εκ. φτωχοί και 20 εκ. άνεργοι σηματοδοτούν τη γενική επιδείνωση του βιοτικού επίπεδου. Αλλά για να συλλάβουμε τις πραγματικές διαστάσεις της ανεργίας στις χώρες του ΟΟΣΑ, θα πρέπει δίπλα στα 41 εκ. επίσημους ανέργους να συνυπολογίσουμε άλλα 15 εκ. αυτών που απογοητευμένοι έχουν σταματήσει να ψάχνουν για δουλειά, καθώς και τις πολλές δεκάδες εκατομμύρια των μερικά απασχολουμένων και υποαπασχολούμενων. Όπως είναι γνωστό, το 70% των νέων θέσεων στις ΗΠΑ είναι κακοπληρωμένες θέσεις μερικής απασχόλησης.

·Η κατάσταση στη Ρωσία και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης έρχεται να βαρύνει κι αυτή αρνητικά στο διεθνές ισοζύγιο μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Στις συνθήκες αυτές όπου στη Ρωσία μεταξύ 1990 και 1995 το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν έχασε το 61% της αξίας του, καταβαραθρώθηκαν και τα εισοδήματα των εργαζόμενων, όταν δεν έμεναν εντελώς απλήρωτοι για την εργασία που πρόσφεραν. Στο Αζερμπαϊτζάν και στη Γεωργία ο μηνιαίος μισθός από 130$ και 102$ έπεσε και για τις δυο χώρες στα 3$. Το 1989 στη Ρουμανία μόλις το 1,5% του πληθυσμού θεωρούνταν φτωχοί. Πέντε χρόνια αργότερα, το 27% των Ρουμάνων υπολογίζεται ότι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Στη Βουλγαρία, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, η πλειοψηφία του πληθυσμού ζει με 4$ περίπου την ημέρα, ενώ πολλοί συνταξιούχοι και άποροι τρέφονται με σκυλοτροφές. Στα 1989 στη Ρωσία η μέση διάρκεια ζωής ήταν 64,2 χρόνια. Στα 1994 έχει πέσει στα 58,2 χρόνια.

·Ακόμα πιο τραγική είναι η κατάσταση στις χώρες του τρίτου κόσμου, που στις συνθήκες της κρίσης και των νέων τεχνολογιών ζουν την καταστροφή της οικονομίας τους, η οποία δεν αντισταθμίζεται από τις επιλεκτικές επενδύσεις των πολυεθνικών. Ενδεικτικά, στις χώρες αυτές: 3 δις άνθρωποι ζουν με λιγότερα από 2$ την ημέρα. 1,3 δις δεν έχουν εξασφαλισμένο πόσιμο νερό. 14 εκ. παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο από την πείνα.

Την ίδια ώρα το παγκόσμιο χρέος ξεπερνάει τα 33 τρις δολάρια, ξεπερνάει δηλαδή το 130% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Το χρέος αυτό αυξάνεται κατά 6% ως 8% το χρόνο, με ρυθμό δηλαδή μεγαλύτερο από το ρυθμό ανάπτυξης του παγκόσμιου ΑΕΠ. Στις συνθήκες της σημερνής κρίσης υπερπαραγωγής, μη βρίσκοντας άλλες ικανοποιητικές δυνατότητες επένδυσης, το κεφάλαιο κερδοσκοπεί στα χρηματιστήρια, κινώντας καθημερινά γύρω στο 1,5 τρις δολάρια στις διεθνείς χρηματαγορές. Ακόμα και οι ίδιοι οι αστοί μελετητές και οικονομολόγοι περιγράφουν εφιαλτικές εικόνες καταρρεύσεων, χρηματιστηριακών κραχ και μιας παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης ανυπολόγιστου μεγέθους και διάρκειας.

 

ΟΥΤΕ ΑΛΛΑΖΕΙ - ΟΥΤΕ ΔΙΟΡΘΩΝΕΤΑΙ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΤΡΑΠΕΙ

Απ’ όσα εξετάσαμε ως τώρα, διαπιστώνουμε ότι παρά τις θεωρίες για "καπιταλισμό χωρίς κρίσεις" παλιότερα, για μεταλλαγμένο καπιταλισμό, "μετακαπιταλισμό" ή "μεταβιομηχανική κοινωνία" στις μέρες μας, εξακολουθούν να ισχύουν όλες οι βασικές νομοτέλειες του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Και επιβάλλονται σ’ εκείνους που τις αρνούνται με τον ίδιο τρόπο που επιβάλλεται ο νόμος της βαρύτητας σε όσους δεν θέλουν να τον αναγνωρίσουν, "όταν πέφτει το ταβάνι επάνω στο κεφάλι τους", όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Μαρξ.

Γι’ αυτό, αντί να παρασυρόμαστε από τους διάφορους απολογητές του συστήματος που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προσπαθούν να μας πείσουν "πόσο έχει αλλάξει ο καπιταλισμός", εκείνο που εμείς πρέπει να αποκαλύπτουμε είναι η μη επιδεχόμενη αλλαγές και βελτιώσεις, η βαθύτερη, η απάνθρωπη φύση του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ενός συστήματος αρχαϊκού, σάπιου και γερασμένου, που ιδιαίτερα σήμερα, στις συνθήκες της τρίτης δομικής κρίσης του καπιταλισμού, έχει έρθει σε εκρηκτική, σε ασυμφιλίωτη αντίθεση με τις δυνατότητες και τις ανάγκες των ανθρώπων της εποχής μας.

Η κρίση αυτού του συστήματος που περιγράψαμε και που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, εξαθλιώνοντας τις εργαζόμενες μάζες και μέσα στις ίδιες τις καπιταλιστικές μητροπόλεις, δεν οφείλεται στη μείωση, αλλά σε πρωτοφανή αύξηση της παραγωγικής δύναμης της κοινωνικής εργασίας. Η εργατική τάξη είναι όλο και λιγότερο σε θέση να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες της, η φτώχεια, η πείνα, ο κοινωνικός αποκλεισμός χτυπούν όλο και μεγαλύτερα τμήματά της, όχι γιατί παράγει λιγότερα, αλλά γιατί παράγει παρά πολλά αγαθά με την εργασία της. Οι μάζες των ανέργων διογκώνονται όχι γιατί δεν επαρκούν τα μέσα παραγωγής, αλλά γιατί έχουν παραχθεί παρά πολλά μέσα παραγωγής που υποαπασχολούνται ή καταστρέφονται. Η κρίση δεν οφείλεται στην ένδεια, αλλά στην αφθονία. Η φτώχεια δεν είναι παρά η άλλη όψη του πλούτου που ξεχειλίζει. Είναι αποτέλεσμα της σύγκρουσης ανάμεσα στον κοινωνικό, σήμερα θα λέγαμε στον παγκόσμιο, χαρακτήρα της παραγωγής και στην καπιταλιστική της ιδιοποίηση.

Οι κρίσεις δεν είναι δυνατό να ξεπεραστούν παρά μονάχα με την καταστροφή της κυριαρχίας του κεφαλαίου και την ανατροπή του καπιταλισμού. Με τη συλλογική ιδιοκτησία και την εργατική εξουσία, που -όπως έχει αποδείξει, παρ’ όλες τις αδυναμίες της, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού όσο διατηρούσε τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά- μόνο αυτές μπορούν να λύσουν το γόρδιο δεσμό της κρίσης και να προσανατολίσουν τη δράση των συσσωρευμένων παραγωγικών δυνατοτήτων προς την ικανοποίηση των διευρυνόμενων αναγκών της κοινωνίας. Η επικράτηση του ρεβιζιονισμού και η καπιταλιστική παλινόρθωση γκρέμισαν και πάλι τις κοινωνίες αυτές στην κρίση και στην εξαθλίωση.

Βέβαια οι κρίσεις, όσο κι αν ξεσηκώνουν τη δυσαρέσκεια των μαζών, δεν οδηγούν μοιραία στην επανάσταση. Όταν οι πλατιές εργαζόμενες μάζες είναι ανέτοιμες, ασυνειδητοποίητες κι ανοργάνωτες, ο καπιταλισμός είναι σε θέση να αναπαράγεται και να επιβιώνει με τη μαζική καταστροφή αξιών, με το φασισμό και τον πόλεμο. Οι αντιλήψεις για αυτόματη κατάρρευση του καπιταλισμού δεν είναι μόνο λαθεμένες, είναι και αρνητικές, γιατί οδηγούν στην επανάπαυση και στην αδράνεια. Αντίθετα, η ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική προετοιμασία της εργατικής τάξης, η σύνδεση των επί μέρους αγώνων της με τη σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική, είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να μπορέσει αυτή να ανταποκριθεί στο ιστορικό της καθήκον της απελευθέρωσης της κοινωνίας από τα δεσμά του καπιταλισμού.

 

Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΣΗΜΕΡΑ

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει σε προηγούμενο σημείο αυτού του κειμένου, κιόλας η πρώτη δομική κρίση του καπιταλισμού, από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τις αρχές του 20ού, τον είχε οδηγήσει, με την κλιμάκωση του ανταγωνισμού, στο ανώτατο μονοπωλιακό του στάδιο, τον ιμπεριαλισμό.

"Ο ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός στο στάδιο εκείνο της ανάπτυξης, στο οποίο έχει διαμορφωθεί η κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου, έχει αποκτήσει εξαιρετική σημασία η εξαγωγή κεφαλαίου, έχει αρχίσει το μοίρασμα του κόσμου από τα διεθνή τραστ και έχει τελειώσει το μοίρασμα όλων των εδαφών της γης από τις μεγαλύτερες κεφαλαιοκρατικές χώρες". Άνοιγε έτσι η εποχή "...της εξαιρετικά οξυμένης πάλης για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα του κόσμου" ("Ο Ιμπεριαλισμός, Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού". Ο ορισμός αυτός του Λένιν εξακολουθεί να ισχύει απόλυτα και στις μέρες μας.

Μετά το Β' παγκόσμιο πόλεμο, με την ανατροπή του προστατευτισμού της προπολεμικής περιόδου και την επικράτηση μιας αυξανόμενης "φιλελευθεροποίησης" των διεθνών ανταλλαγών κάτω από αμερικάνικη ηγεμονία, και ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της μακρόχρονης κρίσης του καπιταλισμού από τη δεκαετία του ‘70 μέχρι σήμερα, η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου σημείωσε καινούρια άλματα, η ενίσχυση του ρόλου των μονοπωλίων στη διεθνή οικονομία πήρε πρωτοφανείς διαστάσεις. Η κρίση υπερπαραγωγής εμπορευμάτων και κεφαλαίου, οι χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, η υπερχρέωση των οικονομιών, η όλο και πιο μαζική ανεργία και η συμπίεση των εισοδημάτων των εργαζόμενων -η συρρίκνωση δηλαδή της αγοράς- δεν άφηναν άλλες δυνατότητες για την επέκταση και την αύξηση των κερδών των ιμπεριαλιστικών μονοπωλίων από την όξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ τους και από την προσπάθεια αρπαγής τμημάτων της αγοράς όχι μόνο από τους μικρομεσαίους και πιο αδύναμους καπιταλιστές, αλλά κι από το ένα ή το άλλο μονοπωλιακό συγκρότημα.

Η μάχη έπρεπε έτσι να δοθεί ακόμα και μέσα στην ίδια την εθνική αγορά του αντιπάλου και να δημιουργηθούν γι’ αυτό το σκοπό ανάλογες εγκαταστάσεις -εργοστάσια, τράπεζες, εμπορικά δίκτυα- για την παραγωγή τις συναλλαγές και τη διακίνηση των εμπορευμάτων. Το κέντρο βάρους των διεθνών δραστηριοτήτων του κεφαλαίου μετατοπίστηκε έτσι ακόμα περισσότερο από την εκμετάλλευση πρώτων υλών και την εξαγωγή έτοιμων προϊόντων προς την αύξηση των επενδύσεων στο εξωτερικό. Μέσα στη διετία 1992-1993 ο όγκος αυτών των επενδύσεων αυξήθηκε δύο φορές πιο γρήγορα από τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών.

Επίσης, σε συνθήκες μείωσης των τιμών των πρώτων υλών, συρρίκνωσης και υπερχρέωσης των οικονομιών των χωρών του τρίτου κόσμου, το 75% των επενδύσεων αυτών κατευθύνθηκε από τη δεκαετία του ‘70 μέχρι σήμερα στο τρίγωνο ΗΠΑ, Δυτική Ευρώπη, Ιαπωνία. Προσφεύγοντας στο δανεισμό και με τη βοήθεια του μεγάλου τραπεζικού και χρηματιστικού κεφαλαίου, τα μονοπώλια προχώρησαν σε εξαγορές και συγχωνεύσεις με άλλες εταιρείες με ρυθμούς που φέρνουν ίλιγγο. Μεταξύ 1990 και 1995 οι πράξεις αυτές ανέρχονταν σε 3 τρις δολάρια ΗΠΑ. Υπολογίζεται ότι αν ο ρυθμός αυτών των συγχωνεύσεων συνεχιστεί ως το 2000, θα απαιτηθεί τελικά το ασύλληπτο ποσό των 10 τρις $ (το συνολικό ΑΕΠ των ΗΠΑ το 1996 ήταν 7,6 τρις $) (Monde Diplomatique Νο 517, Απρίλης ‘97).

Αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων ήταν η μεγάλη αύξηση του αριθμού των λεγόμενων " πολυεθνικών " (multinationals). Η διεθνής αριστερή (όχι μόνο μαρξιστική-λενινιστική) αρθρογραφία, ωστόσο, προτιμά τον όρο "υπερεθνικές " (transnationals), επειδή δεν πρόκειται για πραγματικά "πολυεθνικές "εταιρείες. Και αυτό γιατί το κέντρο των αποφάσεων, η "μητρική" εταιρεία βρίσκεται στο 95% των περιπτώσεων σε μια από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες, όπου συγκεντρώνεται η μεγάλη πλειοψηφία των μετοχών και των μερισμάτων, όπου καθορίζεται η στρατηγική, οι επιλογές και η διαχείριση των κεφαλαίων, με την ειδική προνομιακή μεταχείριση και την εκπροσώπηση των συμφερόντων των υπερεθνικών μονοπωλίων από τις αντίστοιχες κυβερνήσεις.

Με τη ραγδαία ανάπτυξη που γνώρισαν μέσα στις τελευταίες δεκαετίες, ο αριθμός των υπερεθνικών εταιρειών αυξήθηκε από 7.226 το 1969 στις 18.000 το 1982. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, ο αριθμός τους πραγματοποίησε ένα ακόμη άλμα για να φτάσει το 1995 τις 40.000, οι οποίες με 250.000 θυγατρικές και πυκνό δίκτυο δραστηριοτήτων κάτω από τον έλεγχο τους απλώνουν σήμερα τα πλοκάμια τους σε κάθε γωνιά του πλανήτη (UNCTAD: World Investment Report 1995).

Ωστόσο, ο σχετικά μεγάλος αριθμός των εταιρειών αυτών λειτουργεί παραπλανητικά γιατί πολλές από αυτές είναι σχετικά μικρές και έχουν μέσα στο γενικό ισοζύγιο τριτεύουσα ή ακόμα και μικρότερη σημασία.

 

Οι "200 πρώτες" Υπερεθνικές (στοιχεία 1995)

Χώρες

 

Αριθμός εταιρειών

 

Ενεργητικό

(σε δις $)

 

Κέρδη

(σε δισ.$)

 

% του

παγκόσμιου ενεργητικού

 

% των

παγκόσμιων κερδών

 

Ιαπωνία

 

62

 

3.196

 

46

 

40,7

 

18.3

 

ΗΠΑ

 

53

 

1998

 

98

 

25,4

 

39.2

 

Γερμανία

 

23

 

786

 

24,5

 

10

 

9,8

 

Γαλλία

 

19

 

572

 

16

 

7,3

 

6,3

 

Μ. Βρετανία

 

1 1

 

275

 

20

 

3,5

 

8

 

Ελβετία

 

8

 

244

 

9.7

 

3.1

 

3,9

 

Ν. Κορέα

 

6

 

183

 

3.5

 

2,3

 

1,4

 

Ιταλία

 

5

 

171

 

6

 

2,2

 

2,5

 

Μ. Βρετανία/ Ολλανδία

 

2

 

159

 

9

 

2

 

3,7

 

Ολλανδία

 

4

 

1 18

 

5

 

1,5

 

2

 

Βενεζουέλα

 

1

 

26

 

3

 

0.3

 

1,2

 

Σουηδία

 

1

 

24

 

1.3

 

0,3

 

0,5

 

Βέλγιο / Ολλανδία

 

1

 

22

 

0.8

 

0.3

 

0,3

 

Μεξικό

 

1

 

22

 

1,5

 

0,3

 

0,6

 

Κίνα

 

1

 

19

 

0.8

 

0,2

 

0,3

 

Βραζιλία

 

1

 

18

 

4,3

 

0.2

 

1,7

 

Καναδάς

 

1

 

17

 

0,5

 

0,2

 

0,2

 

Σύνολο

 

200

 

7850

 

251

 

100%*

 

100%*

 

Παγκόσμιο

ΑΕΠ

 

 

25223

 

 

31,2%

 

 

*Το σύνολο δεν είναι ακριβώς 100% επειδή στρογγυλοποιήθηκαν τα ποσοστά

Πηγή: ΜΟΝDΕ DIPLOMATIQUE, Απρίλης ‘97

 

Η πραγματική συγκεντροποίηση του κεφαλαίου αποκαλύπτεται από τη στιγμή που εστιάζουμε την προσοχή μας στις 200 πρώτες υπερεθνικές εταιρείες, των οποίων ο κύκλος εργασιών ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ, από 17% στα μέσα της δεκαετίας του ‘60 έφτανε στο 24% το 1982, για να ξεπεράσει το 30% το 1995. Αυτές οι "200 πρώτες" είναι μονοπωλιακά συγκροτήματα των οποίων οι δραστηριότητες καλύπτουν όλους τους τομείς. Πρόκειται για μεγάλες αγροτοβιομηχανικές εταιρείες, βιομηχανικούς κολοσσούς, τραπεζικά και χρηματιστικά μεγαθήρια, εμπορικά υπερμονοπώλια κ.λπ. Οι εταιρείες αυτές κατανέμονται ανάμεσα στις παρακάτω 10 χώρες: Ιαπωνία 62, ΗΠΑ 53, Γερμανία 23, Γαλλία 19, Μ. Βρετανία 11, Ελβετία 8, Νότια Κορέα 6, Ιταλία 5, Ολλανδία 4. Αν εξαιρέσουμε τις αγγλο-ολλανδικές εταιρείες που έχουν μικτά κεφάλαια (όμιλοι 5ΗΕLL και UNILEVER) δεν απομένουν παρά οκτώ χώρες οι οποίες συγκεντρώνουν το 96,5% των "200 πρώτων" και το 96% του κύκλου εργασιών τους (Monde Diplomatique Νο 517, Απρίλης ‘97).

Οι γιγαντιαίες διαστάσεις και η οικονομική σημασία των υπερεθνικών εταιρειών αποκαλύπτονται από τα παρακάτω στοιχεία:

·Οι περισσότερες από τις εταιρείες αυτές είναι μεγαλύτερες από τις περισσότερες εθνικές οικονομίες. Ανάμεσα στις 100 μεγαλύτερες οικονομικές οντότητες στον κόσμο οι 51 είναι υπερεθνικές εταιρείες και μόνο οι 49 είναι χώρες. Η Wal-Mart, 19η στη σειρά ανάμεσα στις "200 πρώτες", είναι μεγαλύτερη από 161 χώρες μεταξύ των οποίων το Ισραήλ, η Πολωνία και η Ελλάδα. Η General Motors είναι μεγαλύτερη από τη Δανία. Η Τoyota μεγαλύτερη από τη Νορβηγία. Η Philip Morris μεγαλύτερη από τη Νέα Ζηλανδία. Μεγαλύτερες από όλες τις υπερεθνικές, οι μεγάλες Τράπεζες όπως η Bank of Tokyo-Mitsubishi, η Deutsche Bank, η Banque Nazionale de Paris, η Chase Manhattan κ.λπ.

· Συνδυασμένες οι πωλήσεις των "200 πρώτων" συνολικά έχουν φτάσει σήμερα να είναι μεγαλύτερες από το σύνολο των οικονομιών όλων των χωρών του κόσμου, με την εξαίρεση των 9 μεγαλυτέρων από αυτές, στις οποίες ανήκει η συντριπτική πλειοψηφία των υπερεθνικών εταιρειών. Ξεπερνούν δηλαδή, τις οικονομίες 182 χωρών παρμένων μαζί.

·Την ίδια ώρα που η παγκόσμια οικονομία γνωρίζει τη μακρόχρονη κρίση που περιγράψαμε, χιλιάδες εργοστάσια κλείνουν, οι μισθοί πέφτουν και η ανεργία διογκώνεται, οι μεγάλες υπερεθνικές εταιρείες αυξάνουν όλο και περισσότερο τα κέρδη τους. Το περιοδικό Fortune (5-8-96) υπολογίζει ότι η αύξηση αυτή έφτασε στο 15% τα τελευταία χρόνια. Αυτό δεν το κατορθώνουν μόνο εντείνοντας την εκμετάλλευση των εργαζόμενων, αλλά και ανατρέποντας σύνορα και κάθε είδους οικονομικούς φραγμούς, κατακτώντας νέες αγορές, καταβροχθίζοντας τους αντιπάλους τους. Απεικονίζοντας και τη σημερινή φύση του υπερεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, ο Στάλιν έδειχνε ότι ο βασικός νόμος που διέπει το σύγχρονο μονοπωλιακό καπιταλισμό δεν είναι απλώς ο "νόμος της αξίας", η ιδιοποίηση της "υπεραξίας" και του "μέσου ποσοστού κέρδους", που δεν παύουν φυσικά να ισχύουν, αλλά η αξιοποίηση της μονοπωλιακής ισχύος για την "Εξασφάλιση του μέγιστου καπιταλιστικού κέρδους με την εκμετάλλευση, καταστροφή και εξαθλίωση της πλειοψηφίας του πληθυσμού της δοσμένης χώρας, με την υποδούλωση και τη συστηματική λεηλασία των λαών άλλων χωρών, ιδιαίτερα των πιο καθυστερημένων και τέλος με πολέμους και με την οτρατιωτικοποίηση της οικονομίας στην υπηρεσία της εξασφάλισης του ψηλότερου δυνατού κέρδους" ("Οικονομικά Προβλήματα του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ").

·Η δράση των "200 πρώτων" είναι καταστροφική για την παγκόσμια απασχόληση. Από το 1982 ως το 1993 οι αμερικάνικες υπερεθνικές αύξησαν κατακόρυφα την παραγωγή και την παραγωγικότητα τους. Ταυτόχρονα όμως κατάργησαν 750.000 θέσεις εργασίας στο εσωτερικό της χώρας. Την ίδια ώρα πρόσθεσαν 345.000 νέες θέσεις σε περιοχές του εξωτερικού με χαμηλότερους μισθούς και σκληρότερες συνθήκες εκμετάλλευσης. Το σύνολο των εργαζόμενων που απασχολούν, παρά τον όγκο των εργασιών τους και το τεράστιο ποσοστό της συμμετοχής τους στο παγκόσμιο ΑΕΠ, μόλις που φθάνει τα 18,8 εκατομμύρια, είναι δηλαδή κάτι λιγότερο από το 1/3 του 1% του πληθυσμού της γης. Η αυτοματοποίηση, οι υπεργολαβίες, η μερική απασχόληση, η διαρκής απειλή για τη μετακίνηση των εργοστασίων τους από τη μια χώρα στην άλλη, αποτελούν στα χέρια τους ισχυρά όπλα για την υπονόμευση του συνδικαλιστικού κινήματος, για την κατάπνιξη των απεργιών, για την υποταγή των εργαζόμενων στις επιδιώξεις των υπερεθνικών μονοπωλίων.

·Τα τελευταία χρόνια, οι καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις τους δημαγωγούν όλο και περισσότερο για την "ελευθερία των αγορών" ως μοναδική διέξοδο για το ξεπέρασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, που θα φέρει δήθεν την "ανάπτυξη και την "ευημερία" για όλους.

·Όμως για ποια "ελευθερία" μας μιλούν όταν τα 2/3 του παγκόσμιου εμπορίου των αγαθών και των υπηρεσιών ελέγχονται από τις υπερεθνικές επιχειρήσεις; Το ένα τρίτο του εμπορίου αυτού αποτελεί ανταλλαγές στο εσωτερικό των εταιρειών ανάμεσα στις μητρικές και στις θυγατρικές τους, πράγμα που τους δίνει τη δυνατότητα να ξεφεύγουν κάθε κρατικό και φορολογικό έλεγχο, να ανεβάζουν και να κατεβάζουν κατά βούληση τις τιμές με την υπερτιμολόγηση ή την υποτιμολόγηση των προϊόντων τους. Το δεύτερο τρίτο του εμπορίου αυτού πραγματοποιείται με άλλες επιχειρήσεις στο εξωτερικό, αλλά κάτω από όρους που υπαγορεύονται συνήθως από τα υπερεθνικά μονοπώλια. Μόνο το τελευταίο τρίτο είναι που ξεφεύγει το μονοπωλιακό καθορισμό των τιμών και τις άλλες μονοπωλιακές πρακτικές τους.

·Ακόμα ποια "ελευθερία" των αγορών μπορεί να υπάρχει όταν οι πέντε μεγαλύτερες αυτοκινητοβιομηχανίες ελέγχουν το 60% των παγκόσμιων πωλήσεων; Άλλες πέντε έχουν στα χέρια τους πάνω από το μισό της παγκόσμιας αγοράς στις ηλεκτρονικές συσκευές. Από μόνες τους η Boeing και η McDonnell Douglass, μετά την πρόσφατη συγχώνευση τους, που έχει μεταξύ των άλλων στόχο να παραγκωνίσει οριστικά το μοναδικό ανταγωνιστή τους, την Airbus, ελέγχουν τώρα το 84% του παγκόσμιου στόλου και το 70% των παραγγελιών. Ακόμα δυο υπερεθνικές έχουν αντίστοιχα κυριαρχήσει στις διεθνείς αλυσίδες εστιατορίων. Γίνεται έτσι φανερό ότι "... η αντικατάσταση του κεφαλαιοκρατικού ελεύθερου ανταγωνισμού με τα κεφαλαιοκρατικά μονοπώλια " (Λένιν) έχει σήμερα προχωρήσει περισσότερο παρά ποτέ και οι υπερεθνικές εταιρείες ασκούν όλο και πιο απροκάλυπτα τη διεθνή οικονομική (και όχι μόνο) δικτατορία τους.

·Τα άλματα της τεχνολογικής επανάστασης στις μεταφορές και στις επικοινωνίες, οι "υπερλεωφόροι της πληροφορικής" έχουν μετατρέψει, λέει, τον πλανήτη σ’ ένα "παγκόσμιο χωριό". Αυτό όμως που στην πραγματικότητα έχει δημιουργηθεί είναι ένα παγκόσμιο οικονομικό και τεχνολογικό απαρτχάιντ:

·Παρά την έκρηξη στην τεχνολογία των επικοινωνιών, το 80% του σύγχρονου κόσμου παραμένει χωρίς πρόσβαση σ’ αυτές. Ενώ για παράδειγμα η δορυφορική τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα στους επιχειρηματίες να βρίσκονται σε διαρκή επαφή μεταξύ τους σε οποιαδήποτε γωνιά του πλανήτη, από την άλλη πλευρά οι 9 στους 10 κατοίκους της γης δεν έχουν τηλέφωνο. Οι "υπερλεωφόροι της πληροφορικής" αφορούν σχεδόν αποκλειστικά τον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο όπου υπάρχει μια αναλογία 2,7 άτομα ανά ηλεκτρονικό υπολογιστή, την ώρα που η ίδια αναλογία είναι 596,8 άτομα ανά υπολογιστή στον τρίτο κόσμο. Ενώ οι κόμβοι υπηρεσιών του Ίντερνετ είναι περίπου 3,4 στο 1 εκατομμύριο στις ΗΠΑ, είναι μόλις 0,15 στην Ασία και 0,16 στην Κεντρική και τη Νότιο Αμερική.

·Η ανισότητα της κατανομής του πλούτου είναι κι αυτή τρομακτική ανάμεσα στις ανεπτυγμένες ιμπεριαλιστικές χώρες και στις τεράστιες περιοχές της πείνας, της απόλυτης φτώχειας, της ολοκληρωτικής εξαθλίωσης και του θανάτου στον τρίτο κόσμο. Η οικονομική δύναμη των 200 πρώτων υπερεθνικών μονοπωλίων είναι μεγαλύτερη από εκείνη των φτωχότερων 4/5 της ανθρωπότητας. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, το 85% του παγκόσμιου ΑΕΠ ελέγχεται από το πλουσιότερο 1/5 του πληθυσμού της γης και μόνο το 15% από τα υπόλοιπα 4/5. Έτσι, 4,5 δις κάτοικοι αυτού του πλανήτη έχουν στη διάθεση τους 3.9 τρις δολάρια, πράγμα που είναι μόλις κάτι παραπάνω από το μισό των απολαβών των "200 πρώτων", που φθάνουν τα 7,1 τρις δολάρια. "Χαρακτηριστικό γνώρισμα του ιμπεριαλισμού είναι ότι όλος ο κόσμος, όπως τον βλέπουμε εμείς, χωρίζεται σήμερα ανάμεσα σ’ ένα μεγάλο αριθμό καταπιεζόμενων εθνών και σ’ ένα μηδαμινό αριθμό καταπιεζόντων εθνών, που διαθέτουν τεράστια πλούτη και ισχυρή στρατιωτική δύναμη. Η πολύ μεγάλη πλειοψηφία... δηλ. το 70% του πληθυσμού της γης, ανήκει στα καταπιεζόμενα έθνη..." (Λένιν, από την "Έκθεση στην Επιτροπή για το Εθνικό και το Αποικιακό Ζήτημα").

 

ΠΟΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ;

Παράλληλα με την τεράστια αύξηση της οικονομικής δύναμης και του αριθμού των υπερεθνικών μονοπωλίων στην παγκόσμια οικονομία, εμφανίστηκε τις τελευταίες δεκαετίες και μια ιδιαίτερη δική τους νομιμοποιητική μυθολογία -που, όπως σ’ όλο τον κόσμο έτσι και στην Ελλάδα, προπαγανδίζεται σε όλους τους τόνους από τους κάθε είδους υπηρέτες τους- η λεγόμενη "παγκοσμιοποίηση". Πρόκειται, μας λένε, για μιαν αναπόφευκτη οικονομική νομοτέλεια, που οδηγεί προς την ολοκλήρωση της παγκόσμιας οικονομίας. Έχει τη ρίζα της μέσα στην ίδια τη φύση των νέων τεχνολογιών. Αλλά οφείλεται επίσης -εξαιτίας της υποταγής, και στη συνέχεια της κατάρρευσης των καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού"- στη νίκη της νεοφιλελεύθερης και "δημοκρατικής" παγκόσμιας οικονομικής τάξης πραγμάτων. Τίποτα από αυτά δεν αποδίδει σωστά την πραγματικότητα.

Από την αρχή της εμφάνισής του το κεφάλαιο έτεινε προς το σχηματισμό μιας παγκόσμιας αγοράς. Κιόλας με την εμφάνιση του τηλέγραφου, του σιδηρόδρομου, του ατμόπλοιου και του αερόστατου αναπτύσσονταν οι θεωρίες για καπιταλισμό χωρίς σύνορα. Όπως είναι γνωστό, οι θεωρίες αυτές διαψεύστηκαν από την εναλλαγή προστατευτισμού και φιλελευθεροποίησης στο εμπόριο, από δύο παγκόσμιους και πολλούς μικρότερους πολέμους, που προκλήθηκαν από τους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστών μεταξύ τους. Έτσι και σήμερα, οι νέες τεχνολογίες αντί να ενώνουν το σύγχρονο κόσμο, οξύνουν στο έπακρο τις εσωτερικές του αντιθέσεις, γιατί δεν είναι κυρίως αυτές που καθορίζουν τις διεθνείς εξελίξεις, αλλά τα συμφέροντα που τις ελέγχουν και τις αξιοποιούν, οι κοινωνικές και πολιτικές αναμετρήσεις, η διεθνής ταξική πάλη.

Ακόμα, η "παγκοσμιοποίηση" όχι μόνο δεν έχει καμιά σχέση με τη "δημοκρατία", αλλά είναι ακριβώς το αντίθετο της ισότιμης και δημοκρατικής συμβίωσης των λαών, είναι η άρνηση κι αυτών ακόμα των αστικών ελευθεριών στις διεθνείς σχέσεις. Είναι μια προσπάθεια για συγκάλυψη και δικαιολόγηση της γιγάντιας επίθεσης που έχει εξαπολύσει ο ιμπεριαλισμός, στην προσπάθεια του να βγει από τη μακρόχρονη κρίση του: με την κατεδάφιση των κατακτήσεων των εργαζόμενων, με τη βίαιη απαλλοτρίωση των οικονομικά ασθενέστερων, με την υπερεκμετάλλευση των χωρών του τρίτου κόσμου και των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ, με την επιδίωξη της παγκόσμιας ηγεμονίας από τη μια ή την άλλη ιμπεριαλιστική ένωση, από το ένα ή το άλλο μονοπωλιακό συγκρότημα.

Oι σπουδαιότεροι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί για τη μεθόδευση αυτής της επίθεσης είναι: το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.) που επιβλέπει τις διεθνείς νομισματικές σχέσεις και πάνω απ’ όλα επιτηρεί την οικονομική πολιτική των χωρών που έχουν προβλήματα με το ισοζύγιο πληρωμών τους, για να τους επιβάλλει τις νεοφιλελεύθερες αντιδραστικές θεραπείες του. Η Παγκόσμια Τράπεζα, που έχει ως αποστολή της "την προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής προόδου των αναπτυσσόμενων χωρών" με δάνεια και με την υπαγόρευση των οικονομικών τους προγραμμάτων, δημιούργημα κι αυτή όπως και το Δ.Ν.Τ. της Συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς (1945). Και τέλος, η Παγκόσμια Οργάνωση Εμπορίου (Π.Ο.Ε.), που ιδρύθηκε το 1995 ως μετεξέλιξη της ΓΚΑΤΤ (1948), για τη ρύθμιση των ενδοϊμπεριαλιστικών εμπορικών ανταγωνισμών, για την ισοπέδωση κάθε εμποδίου και για το άνοιγμα του δρόμου υπέρ των υπερεθνικών-πολυεθνικών μονοπωλίων στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις. Η ΠΟΕ απέκτησε διευρυμένες δικαιοδοσίες που περιλαμβάνουν τώρα πια, εκτός από τη διακίνηση προϊόντων, και τις υπηρεσίες αλλά και τη λεγόμενη "προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας". Είναι επίσης επιφορτισμένη με την επίλυση των αντιθέσεων ανάμεσα στα μέλη της, αλλά και με την επιβολή τιμωριών σε όσους παραβαίνουν τις αποφάσεις της.

Τα βασικά χαρακτηριστικά των προγραμμάτων και της πολιτικής που προωθούν και που επιβάλλουν, με κάθε είδους εκβιασμούς, οι διεθνείς αυτοί οργανισμοί είναι:

·Η φιλελευθεροποίηση του εμπορίου. Ο "Γύρος της Ουρουγουάης της ΓΚΑΤΤ", από τον οποίο προέκυψε και η ΠΟΕ, κατέληξε σε μια σειρά από μέτρα για τη μείωση, μέχρι την προοδευτική κατάργηση, των δασμών, των ποσοστώσεων, των απαγορεύσεων, των επιδοτήσεων, των διακριτικών τελωνειακών ελέγχων, καθώς και όλων των άλλων μέτρων που προστάτευαν ως τότε τις οικονομίες των χωρών απέναντι στον εξωτερικό ανταγωνισμό. Τα μέτρα αυτά θα αφορούν στο εξής όχι μόνο βιομηχανικά αλλά και αγροτικά προϊόντα, που πρώτη φορά αποτέλεσαν αντικείμενο πολυμερούς εμπορικής συμφωνίας, ύστερα από ασφυκτικές πιέσεις των ΗΠΑ, αλλά και επειδή η Ε.Ε. θέλει σήμερα να μειώσει τις δαπάνες της σ’ αυτόν τον τομέα. Το ξεκλήρισμα εκατομμυρίων αγροτών σε χώρες με μέση καπιταλιστική ανάπτυξη και λιγότερο ανταγωνιστική γεωργία, όπως η Ελλάδα, πρέπει να θεωρείται σίγουρο αποτέλεσμα αυτών των ρυθμίσεων. Οι συμβιβασμοί που επιτεύχθηκαν ύστερα από μακρόχρονες και σκληρές διαπραγματεύσεις για τη δημιουργία της ΠΟΕ, οι οποίες έφτασαν συχνά στα πρόθυρα της ρήξης, εκφράζουν κυρίως τα συμφέροντα των ΗΠΑ, των κυρίαρχων της Ε.Ε. και της Ιαπωνίας.

·Η φιλελευθεροποίηση των επενδύσεων. Ο "Γύρος της Ουρουγουάης" πήρε μέτρα για τη διευκόλυνση της κίνησης του εμπορικού κεφαλαίου. Σήμερα, ωστόσο, οι υπερεθνικές εταιρείες και οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες πιέζουν για παραπέρα άρση των εμποδίων που αφορούν επενδύσεις στη γη, στα ορυχεία, στα ΜΜΕ, στις θαλάσσιες και εναέριες συγκοινωνίες, στις τηλεπικοινωνίες και στα πιστωτικά ιδρύματα. Η Παγκόσμια Τράπεζα στην ετήσια έκθεση της το1996, παρ’ όλο ότι αναγνωρίζει "οδυνηρές συνέπειες" από αυτήν την πολιτική, ζητάει την άρση των εμποδίων στο όνομα της "ανάπτυξης".

·Η απορύθμιση της αγοράς εργασίας, που προωθείται με σημαία την "ανταγωνιστικότητα", τον "εκσυγχρονισμό" και την "ανάπτυξη" έχει επίσης για πρόσχημα την καταπολέμηση της ανεργίας. Ένα από τα σπουδαιότερα επιχειρήματα των καπιταλιστών και των κυβερνήσεών τους είναι ότι: "η ακαμψία των δομών που εμποδίζουν την αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς εργασίας", τα "κεκτημένα", δεν αφήνουν τις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και γι’ αυτό πρέπει να παραμεριστούν, προκειμένου να γίνουν νέες προσλήψεις. Έτσι θα πρέπει να μειωθεί αποφασιστικά η κοινωνική επιβάρυνση των επιχειρήσεων, να ελαστικοποιηθούν ολοκληρωτικά οι εργασιακές σχέσεις, να ανατραπεί το οχτάωρο και να γενικευτεί η μερική απασχόληση, να αναθεωρηθεί ο κατώτατος μισθός που "κάνει πολύ ακριβή την πρώτη εργασία", να εφαρμοστεί ο υπολογισμός του εργάσιμου χρόνου σε ετήσια βάση, να ανέβει το ποσοστό των επιτρεπτών απολύσεων και αντί για τη μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης "να παραταθεί ο ενεργός βίος του ανθρώπου". Πάνω απ’ όλα, όπως ζητάει και η ίδια η "Ευρωπαϊκή Επιτροπή" σε πρόσφατη εγκύκλιο που εξέδωσε, θα πρέπει να κατοχυρωθεί η "αυτοτελής υπόσταση της συμφωνίας εργαζόμενου-εργοδότη ή εργοδότη-μαθητευόμενου" που θα μπορεί να υπερβαίνει "τα ασφυκτικά πλαίσια των εθνικών συλλογικών συμβάσεων". Να αφαιρεθούν δηλαδή όλα εκείνα τα κοινωνικά και πολιτικά στοιχεία που, ως καρπός ταξικών αναμετρήσεων μιας προηγούμενης φάσης, ρύθμιζαν μέχρι τώρα τις σχέσεις ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Και να ξαναγυρίσουμε στο μεσαίωνα, σε μια σχέση δούλου-αφέντη χωρίς κανένα κατοχυρωμένο εργασιακό δικαίωμα.

·Η περικοπή των δαπανών στην υγεία, στην παιδεία, στην κατοικία, στην κοινωνική ασφάλεια και στις συντάξεις, στις κοινοτικές και δημόσιες υπηρεσίες, αποτελούν απαραίτητο συνοδευτικό μέτρο της αντεργατικής επίθεσης των υπερεθνικών. Ιδιαίτερα στα πλαίσια της Ε.Ε. όπου, ως αποτέλεσμα των εργατικών αγώνων και των επαναστάσεων του αιώνα που τελειώνει, τα μέτρα κοινωνικής προστασίας των εργαζόμενων ήταν τα πιο προχωρημένα σ’ όλο τον καπιταλιστικό κόσμο, επιχειρείται σήμερα η "αμερικανοποίηση" των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Η αντιγραφή δηλαδή του μοντέλου των ΗΠΑ, όπου πάνω από 35 εκ. πολίτες είναι εντελώς ανασφάλιστοι. Ακόμη, η αντιμετώπιση του χρέους και των ελλειμμάτων του κράτους, που έχουν δημιουργηθεί κατά κανόνα εξαιτίας της κρατικής στήριξης προς το κεφάλαιο στις συνθήκες της κρίσης, αποκτούν προβάδισμα απέναντι σε κάθε άλλη κοινωνική προτεραιότητα. Στην ίδια αντεργατική κατεύθυνση προωθείται η μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, με μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων και μετάθεση της φορολογικής επιβάρυνσης προς την κατανάλωση και τα πλατιά λαϊκά στρώματα.

·Η πολιτική του "ανταγωνισμού", επιδιώκει το σπάσιμο του "κρατικού μονοπωλίου" (και όχι φυσικά τον έλεγχο των υπερεθνικών μονοπωλίων), το άνοιγμα των δημοσίων επιχειρήσεων και υπηρεσιών στις τηλεπικοινωνίες, στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, στο γκάζι, στο νερό, στους σιδηροδρόμους για το ιδιωτικό κεφάλαιο, με τη μετοχοποίηση του δημόσιου τομέα.

Οι ιδιωτικοποιήσεις, για το ξεπούλημα των δημόσιων επιχειρήσεων, αφού όπως διαπιστώνει η Παγκόσμια Τράπεζα "το πρόβλημα με τη δημόσια ιδιοκτησία είναι ότι οι αποφάσεις εκεί μπορεί να παίρνονται εξαιτίας πολιτικών και κοινωνικών πιέσεων και όχι με καθαρά εμπορικά κριτήρια". Έτσι το κίνητρο του κέρδους έρχεται να υποκαταστήσει και να ανατρέψει κάθε έννοια κοινωνικής ευθύνης και κοινωνικού οφέλους. Εξάλλου όλα τα προγράμματα "εξυγίανσης" και "αναδιάρθρωσης" που προωθούν οι διεθνείς ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί έχουν βασικό τους στόχο την αντικατάσταση των κυβερνητικών παρεμβάσεων στην οικονομία από την "ελεύθερη αγορά". Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν απαιτούνται κάθε τόσο από τη μεριά του "αντιπαραγωγικού" και "σπάταλου" δημόσιου τομέα εκποιήσεις σε εξευτελιστικές τιμές της δημόσιας περιουσίας, παραγγελίες, φοροαπαλλαγές και θαλασσοδάνεια για να αποδειχτεί έτσι η υπεροχή της "ιδιωτικής πρωτοβουλίας".

·Η φιλελευθεροποίηση του τομέα των υπηρεσιών, που αποτελεί σήμερα το 25% του παγκόσμιου εμπορίου, απορροφά το 69% των επενδύσεων στο εξωτερικό και καλύπτει μια μεγάλη γκάμα δραστηριοτήτων όπως το λιανικό και χονδρικό εμπόριο, τις μεταφορές και την αποθήκευση, αλλά και τις τράπεζες, τις ασφάλειες, τον τουρισμό, τα ΜΜΕ, την παιδεία, την υγεία και γενικότερα την κοινή ωφέλεια. Στον τομέα αυτό που θα πρέπει να φιλελευθεροποιηθεί ολοκληρωτικά μέσα στα επόμενα 10 χρόνια, απαιτείται η κατάργηση των "εθνικών διακρίσεων", η άρση των περιορισμών στο ποσοστό των μετοχών που μπορεί να κατέχει μια ξένη εταιρεία, στον αριθμό των επιχειρήσεων σε κάθε κλάδο, στον όγκο των αγοραπωλησιών κ.λπ. Και έχει σημασία εδώ να υπογραμμίσουμε ότι ο τομέας των υπηρεσιών, για το άνοιγμα του οποίου πιέζουν ιδιαίτερα οι υπερεθνικές εταιρείες (μεταφορές από αέρα και θάλασσα, τηλεπικοινωνίες, ηλεκτρισμός, πιστωτικό σύστημα κ.λπ.) δεν έχει μόνο να κάνει με την κερδοφορία της μιας ή της άλλης επιχείρησης, αλλά και με τον έλεγχο ολόκληρων οικονομιών.

·Η λεγόμενη "προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας", που υποχρεώνει τις κυβερνήσεις να κατοχυρώνουν νομοθετικά την ατομική ιδιοκτησία της γνώσης: στις νέες τεχνολογίες, στις ποικιλίες των φυτών, στα γονίδια, στις βιοτεχνολογικές, μικροβιολογικές, φαρμακευτικές και χημικές εφευρέσεις. Καθώς τα 4/5 της παγκόσμιας ιδιωτικής έρευνας και ανάπτυξης νέων τεχνολογιών βρίσκεται στα χέρια των υπερεθνικών-πολυεθνικών μονοπωλίων, είναι φανερό ότι τα μέτρα αυτά έχουν αποκλειστικό στόχο να κατοχυρώσουν τα πλεονεκτήματα τους, ορθώνοντας όλο και πιο μεγάλα εμπόδια στην ανάπτυξη των πιο καθυστερημένων χωρών. Από την άλλη πλευρά, η "προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας" δεν προβλέπει κανένα μέτρο προστασίας για τους γενετικούς πόρους και την αυτόχθονα συσσωρευμένη γνώση των λαών. Έτσι ώστε τίποτα να μην εμποδίζει την καταλήστευση και το σφετερισμό τους από τις μεγάλες εταιρείες χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Είναι γνωστό το πατεντάρισμα και η μονοπώληση σπόρων, φυτών, ζώων και λιπασμάτων από τη μεριά των υπερεθνικών, στα πλαίσια της λεγόμενης "πράσινης επανάστασης", που συνθλίβει τα δικαιώματα του αγρότη· ή ακόμα η βιοτεχνολογική-βιομηχανική υποκατάσταση αγροτικών προϊόντων (ζάχαρης, βανίλιας αλλά και ζωικών τροφών) από τα αγροτοβιομηχανικά υπερμονοπώλια, που απειλεί με οικονομική εξόντωση πολλά εκατομμύρια παραγωγούς.

 

 

ΝΑ ΛΟΙΠΟΝ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η "ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ"

Είναι η όλο και πιο υπερεθνική, η παγκόσμια εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών των χωρών και της εργατικής δύναμης των λαών του κόσμου από μια χούφτα μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και από μερικές εκατοντάδες μονοπωλιακούς κολοσσούς. Είναι η ανεξέλεγκτη δράση των "δυνάμεων της αγοράς" -που δεν είναι άλλες από τα ίδια τα υπερεθνικά μονοπώλια- με αποτέλεσμα μια γιγάντια ανακατανομή του πλούτου σε βάρος των φτωχότερων περιοχών της γης, αλλά και των εργαζόμενων στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Από το 1974 ως το 1994 το ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 50% ή αλλιώς κατά 20 τρις $, αν υπολογιστούν αθροιστικά οι αυξήσεις αυτών των 20 χρόνων. Όμως, το 60% αυτού του αστρονομικού ποσού το καρπώθηκε μόλις το 1% του πληθυσμού της χώρας. Στις 6 πλουσιότερες χώρες ιδρυτικά μέλη της Ε.Ε., την ίδια περίπου περίοδο, ο λόγος αμοιβές εργαζόμενων / εισοδήματα από ιδιοκτησία και επιχειρηματική δράση μειώθηκε, ανάλογα με τη χώρα, από 13% ως και 40%. Ακόμη, το 1980 η συμμετοχή των 102 φτωχότερων χωρών του κόσμου στο παγκόσμιο εμπόριο ήταν 7% στις εξαγωγές και 9% στις εισαγωγές. Δέκα χρόνια αργότερα ήταν μόλις 1,4% στις εξαγωγές και 4,9% στις εισαγωγές. Η "Παγκόσμια Επιτροπή για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη" του ΟΗΕ διαπίστωνε πριν μερικά χρόνια: "Υπάρχουν στον κόσμο σήμερα περισσότεροι άνθρωποι που υποφέρουν από την πείνα, από όσο σε οποιαδήποτε άλλη εποχή της ανθρώπινης ιστορίας, και ο αριθμός τους συνεχώς μεγαλώνει".

 

 

ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΤΩΝ ΜΕΓΙΣΤΑΝΩΝ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ

Ωστόσο οι σύγχρονοι μεγιστάνες του πλούτου, παρά την τεράστια δύναμη που έχουν συγκεντρώσει, τις ήττες και την προσωρινή υποχώρηση του διεθνούς κομμουνιστικού και επαναστατικού κινήματος, δεν μπορούν να γλιτώσουν από τους εφιάλτες τους. Αυτοί προέρχονται από δυο διαφορετικούς παράγοντες που απειλούν και οι δύο και υπονομεύουν την κυριαρχία τους.

Η μεγάλη μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζόμενων και η συρρίκνωση της παγκόσμιας αγοράς όξυνε ακόμα περισσότερο την κρίση υπερπαραγωγής εμπορευμάτων και κεφαλαίου που χαρακτηρίζει την σημερινή φάση του καπιταλισμού. Με την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση του ρόλου των τραπεζών και του χρηματιστικού κεφαλαίου που έφερε μαζί του η επικράτηση του μονεταρισμού, τεράστιες μάζες χρηματικού κεφαλαίου μετατοπίστηκαν από την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, αναζητώντας διέξοδο στα διεθνή χρηματιστήρια.

Ωστόσο η έκδοση νέων τίτλων σήμερα δεν αποτελεί παρά μόλις το 3% των αγοραπωλησιών που πραγματοποιούνται στις μεγάλες χρηματιστηριακές αγορές. Τα χρηματιστήρια έχουν σχεδόν αυτονομηθεί από την πραγματική οικονομία. Εκεί οι παίκτες τζογάρουν τα πάντα. Από μετοχές και κρατικά ομόλογα για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, μέχρι συναλλαγματικές ισοτιμίες και τα αντίστοιχα εθνικά νομίσματα. Η αγγλική λίρα, η λιρέτα, η δραχμή, πιο πρόσφατα το δολάριο του Χονγκ Κονγκ, έγιναν επανειλημμένα στόχος της διεθνούς κερδοσκοπίας, με οδυνηρές συνέπειες για τις αντίστοιχες οικονομίες. Τα περιβόητα "παράγωγα" (πρόκειται για κερδοσκοπικές αγορές και πωλήσεις προθεσμίας) οδήγησαν πολλές φορές σε χρεοκοπία τραπεζικούς κολοσσούς, βυθίζονταν στην απόγνωση εκατοντάδες χιλιάδες και εκατομμύρια μικροκαταθέτες. Υπολογίζεται ότι οι αγοραπωλησίες "παραγώγων" φτάνουν σήμερα τα 55 τρις $, είναι δηλαδή λίγο μικρότερες από το διπλάσιο του παγκόσμιου ΑΕΠ. Μόνο το 1/5 από τις εξωτερικές συναλλαγές των ΗΠΑ αφορά το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών ενώ όλος ο υπόλοιπος όγκος τους έχει να κάνει με την κερδοσκοπία στα χρηματιστήρια..

Πρόκειται για ένα τεράστιο μπαλόνι πλασματικών αξιών που όλο και μεγαλώνει. Γι’ αυτό εξελίξεις όπως η παύση πληρωμής των χρεών του από το Μεξικό πριν από λίγα χρόνια, ή και πιο πρόσφατα, η νομισματική κρίση των περιβόητων "τίγρεων" της νοτιοανατολικής Ασίας, σκόρπισαν τον πανικό στα διεθνή χρηματιστήρια. Στην Wall street, με την ιλιγγιώδη άνοδο που σημειώνεται τον τελευταίο καιρό, πολλοί μιλούν για μια ωρολογιακή βόμβα που θα μπορούσε να εκραγεί οποιαδήποτε στιγμή εξαιτίας κάποιου τυχαίου περιστατικού. Ο πάπας όλων των κερδοσκόπων της σύγχρονης εποχής, ο Τζορτζ Σόρος, σε σχετικό λόγο του στην ετήσια σύνοδο του Δ.Ν.Τ. και της Παγκόσμιας Τράπεζας στο Χονγκ Κονγκ το Σεπτέμβρη του 1997, μιλούσε για τον κίνδυνο το σημερινό μπουμ των χρηματιστηρίων να οδηγήσει "σε κατάρρευση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, ακριβώς όπως έγινε και στη δεκαετία του ‘30". Οι εξελίξεις δεν τον διαψεύδουν.

Ο δεύτερος μεγάλος εφιάλτης για τις υπερεθνικές και τις κυβερνήσεις τους είναι ο κίνδυνος των κοινωνικών εκρήξεων ανάμεσα στα δισεκατομμύρια των απόκληρων, των άνεργων και των απελπισμένων που δημιουργεί η πολιτική τους. Είναι το γεγονός ότι η εργατική τάξη όχι μόνο δεν υποστηρίζει πια τα προγράμματα "σταθεροποίησης", όχι μόνο δεν πείθεται από τα επιχειρήματα του "εκσυγχρονισμού" και της "ανταγωνιστικότητας", αλλά έχει αρχίσει να στρέφεται ενάντια τους. Οι συνέπειες της "παγκοσμιοποίησης" οδηγούν όλο και πιο συχνά σε πολύμορφες αγωνιστικές κινητοποιήσεις, μακρόχρονες πεισματικές απεργίες, διαμαρτυρίες, μαζικές συγκεντρώσεις και συλλαλητήρια, ακόμα και σε ένοπλες εξεγέρσεις.

·Πρόσφατη είναι η νίκη των Αμερικανών εργατών ύστερα από πολύμηνες κινητοποιήσεις και απεργίες ενάντια στην υπερεθνική UPS, που ανέτρεψε τη μόνιμη πρακτική των μονοπωλίων εδώ και δεκαετίες υπέρ της μερικής απασχόλησης, αντιμετωπίστηκε ως "νίκη όλων των εργατών", και επέβαλε τη μετατροπή της μερικής σε πλήρη απασχόληση για 10.000 εργαζόμενους, πέτυχε σημαντικές αυξήσεις στους μισθούς για μόνιμους και έκτακτους, αύξηση των συντάξεων κατά 50% και συνταξιοδότηση ανεξάρτητα από την ηλικία ύστερα από 30 χρόνια δουλειάς, αυξημένα μέτρα ασφάλειας κ.λπ. Απεργίες με ανάλογο περιεχόμενο πραγματοποιήθηκαν στην Bridgestone, στην General Motors, στη McDonnel Douglas και στην Boeing.

·Η Ευρώπη γνωρίζει αυτά τα τελευταία χρόνια το μεγαλύτερο απεργιακό κίνημα από τη δεκαετία του ‘30. Ο γαλλικός Δεκέμβρης του ‘95 ήταν ο μεγαλύτερος εργατικός ξεσηκωμός του δημόσιου τομέα από την εποχή του Μάη του ‘68, έβαλε φραγμό στα αντιασφαλιστικά σχέδια της κυβέρνησης Ζιπέ και συνέβαλε λίγο αργότερα στην παραίτησή της και σε πρόωρες εκλογές. Οι Γάλλοι σιδηροδρομικοί απέτρεψαν την ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων και οι συνάδελφοί τους φορτηγατζήδες επέβαλαν τη σύνταξη στα 55. Οι Βρετανοί εργαζόμενοι απέτρεψαν την ιδιωτικοποίηση των "Βασιλικών Ταχυδρομείων" και διεκδίκησαν μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας και κατάργηση της προσωρινής απασχόλησης. Οι λιμενεργάτες του Merseysideαπείργησαν επί έναν χρόνο για την υπεράσπιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων. Βέλγοι και Γερμανοί εργαζόμενοι πραγματοποίησαν τις μεγαλύτερες απεργίες, δημόσιες συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις της μεταπολεμικής περιόδου ενάντια στις απολύσεις και στην ανεργία και για τη μείωση του χρόνου δουλειάς. Με γενικές απεργίες οι Ιταλοί ανέτρεψαν τα τελευταία χρόνια την κυβέρνηση Μπερλουσκόνι. Οι Έλληνες αγρότες και καθηγητές πραγματοποίησαν ορισμένες από τις μεγαλύτερες μεταπολεμικές απεργίες και κινητοποιήσεις τους, με προωθημένες μορφές πάλης.

·Σ’ όλο τον κόσμο πληθαίνουν οι εξεγέρσεις των λαών ενάντια στα υπερεθνικά μονοπώλια και στις εγκάθετες κυβερνήσεις τους. Στη Ν. Κορέα οι εργαζόμενοι διεκδίκησαν αγωνιστικά τα δικαιώματα τους μ’ ένα ανεξάρτητο και μαχητικό συνδικαλιστικό κίνημα, κόντρα στα κίτρινα εργοδοτικά συνδικάτα, ενώ οι φοιτητές ξεσηκώθηκαν επανειλημμένα ενάντια στο αντιδραστικό καθεστώς. Στην Ινδία εκατομμύρια αγρότες έστειλαν τελεσίγραφο στην κυβέρνηση, διεκδικώντας το δικαίωμα στο νερό, στη γη και στους σπόρους, υπέγραψαν τη χάρτα των δικαιωμάτων τους ενάντια στις υπερεθνικές, στην Παγκόσμια Τράπεζα, στο Δ.Ν.Τ. και στην ΠΟΕ και έκλεισαν τα μαγαζιά υπερεθνικών σαν την Mc Donalds και την Kentucky Fried Chicken, υπερασπίζοντας την ντόπια παραγωγή. Στις Φιλιππίνες, οι πλατιές μάζες των φτωχών αγροτών και των εργαζόμενων συνεχίζουν τον επαναστατικό τους αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και το αντιδραστικό καθεστώς του Ράμος. Στις ζούγκλες του Μεξικού, οι Ζαπατίστας υπερασπίζουν ταυτόχρονα τα δικαιώματα των Ινδιάνων αλλά και την ανεξαρτησία και ενότητα της χώρας τους ενάντια στην καταλήστευση των πολυεθνικών και στην αμερικάνικη "Νέα Τάξη". Στο Κονγκό και στη γειτονική μας Αλβανία οι λαοί ανέτρεψαν με τ’ όπλο στο χέρι τα ξενόδουλα φασιστικά καθεστώτα του Μομπούτου και του Μπερίσα.

Ανήσυχος για το μέλλον του καπιταλισμού εξαιτίας των συνεπειών του νεοφιλελευθερισμού και της "παγκοσμιοποίησης" και προτείνοντας σύμφωνα με τις κεϋνσιανές του αντιλήψεις έναν "θεμιτό ανταγωνισμό της οικονομίας της αγοράς", ένας Αμερικανός επιστήμονας έγραφε στις αρχές του 1997: "Στον κόσμο των επιχειρήσεων η πίεση πάνω στους εργαζόμενους όλο και μεγαλώνει. Όλο και περισσότερη δουλειά απαιτείται από όλο και λιγότερους ανθρώπους. Αυτό που χαρακτηρίζει τη σημερινή κοινωνία είναι η ανασφάλεια. Όλοι φοβούνται μη χάσουν τις δουλειές τους. Ο ανθρώπινος παράγοντας δεν παίζει κανένα ρόλο μπροστά στο κέρδος. Οι πλούσιοι φοβούνται μη χάσουν τα πλούτη τους από ένα πιθανό κραχ στα χρηματιστήρια ή από τη χρεοκοπία της επιχείρησης τους... Γκέτο για τους φτωχούς και γκέτο για τους πλούσιους είναι ένα από τα αποτελέσματα αυτής της κατάστασης... Ο κίνδυνος της επανάστασης ή του πολέμου δεν είναι τόσο μακριά όσο φαίνεται..." (Dr. E. Hamsag, “The Fair Competition Market Economy”).

 

 

ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

Αποτελεί παράδοση των αστικών και μικροαστικών θεωριών για τον ιμπεριαλισμό η προσπάθεια συγκάλυψης κάθε φορά των αντιθέσεων που τον χαρακτηρίζουν. Έτσι και σήμερα, μπροστά στο φαινόμενο των υπερεθνικών μονοπωλίων, εμφανίστηκαν οι θεωρίες του "οικουμενισμού" και της "αλληλεξάρτησης", που ισχυρίζονται ότι οι υπερεθνικές έχουν αναδειχτεί σε "κύρια υποκείμενα των διεθνών εξελίξεων". Η "αλληλοδιαπλοκή των κεφαλαίων" και η "υπερεθνική διαδικασία της κοινωνικοποίησης" έχουν οδηγήσει, μέσα από την "απώλεια της κυριαρχίας των εθνικών κρατών", στα πρόθυρα της ίδιας της εξαφάνισης του «έθνους κράτους». Τα εκρηκτικά προβλήματα της "παγκοσμιοποίησης" θα μπορούσαν σήμερα να επιλυθούν ειρηνικά με την υποχώρηση των εθνικισμών, με την αφύπνιση και την ενεργοποίηση των ανθρώπων του πνεύματος, με την παρέμβαση κάθε είδους κοινωνικών οργανώσεων, οικολογικών, φεμινιστικών, ανθρωπίνων δικαιωμάτων κ.λπ. και με τη δημιουργία υπερεθνικών πολιτικών οργάνων ρύθμισης των διεθνών προβλημάτων μέσω του ΟΗΕ, της Παγκόσμια Τράπεζας, της ΠΟΕ κ.λπ.

Οι θεωρίες αυτές δεν είναι καινούριες. Στα 1914-1915 ο Κάουτσκυ έγραφε: «Από καθαρά οικονομική άποψη, δεν αποκλείεται ο καπιταλισμός να περάσει ακόμα μια νέα φάση: τη φάση της επέκτασης της πολιτικής των καρτέλ στην εξωτερική πολιτική, τη φάση του ουλτραϊμπεριαλισμού», δηλαδή του υπεριμπεριαλισμού, της συνένωσης των ιμπεριαλιστών όλου του κόσμου και όχι της πάλης τους, τη φάση του σταματήματος των πολέμων στις συνθήκες του καπιταλισμού, τη φάση «της από κοινού εκμετάλλευσης του κόσμου από το διεθνικά ενωμένο χρηματιστικό κεφάλαιο»" (Λένιν: « Ο Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού»). Αντίστοιχες ήταν οι θεωρίες και όλων των σύγχρονων ρεβιζιονιστών, από τον Χρουστσόφ ως τον Γκορμπατσόφ, με τις οπορτουνιοτικές ουτοπίες τους για έναν «ενιαίο κόσμο» που θα διευθύνονταν, λέει, ειρηνικά από τις μεγάλες δυνάμεις.

Ο Λένιν ωστόσο είχε αποδείξει ότι: "...τα μονοπώλια, ξεπηδώντας από τον ελεύθερο συναγωνισμό, δεν τον καταργούν, μα υπάρχουν πάνω σ’ αυτόν και δίπλα σ’ αυτόν, γεννώντας έτσι μια σειρά εξαιρετικά οξείες και βίαιες αντιθέσεις, προστριβές, συγκρούσεις". Αντίθετα, τις θεωρίες για κάποιο άλλο στάδιο πέρα από τον ιμπεριαλισμό, δηλαδή τον «υπεριμπεριαλισμό», με την υποχώρηση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές υπέρ της συνεργασίας, στην κατεύθυνση ενός «παγκόσμιου μονοπωλίου», τις ονόμαζε οπορτουνιστική «φλυαρία» και «υπερανοησία». Τις θεωρούσε «μια αντιδραστική προσπάθεια τρομαγμένου μικροαστού να κρυφτεί από την τρομερή πραγματικότητα» των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και των αντίστοιχων συγκρούσεων και πολέμων ("Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού").

Ας δούμε όμως τώρα πώς διαμορφώνονται πραγματικά οι διεθνείς σχέσεις, καθώς και το αντικείμενο των διεθνών ανταγωνισμών στη λεγόμενη "μεταδιπολική" εποχή.

 

ΤΙΝΟΣ "ΕΘΝΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΣ" ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΘΕΛΟΥΝ ΤΑ ΥΠΕΡΕΘΝΙΚΑ

ΜΟΝΟΠΩΛΙΑ;

Είναι γεγονός ότι οι υπερεθνικές επιδιώκουν να ισοπεδώσουν κάθε εθνικό φραγμό που θα μπορούσε να εμποδίσει τις δραστηριότητές τους. Με τον αυξανόμενο έλεγχο που έχουν σε όλους τους βασικούς τομείς της παγκόσμιας οικονομίας, στην τεχνολογία, στην παραγωγή και στις πρώτες ύλες, μπορούν να εξαρτούν και να υποτάσσουν τους ασθενέστερους καπιταλιστές -που δεν βλέπουν άλλο τρόπο για την εξασφάλιση των κερδών και της κοινωνικής τους θέσης έξω από την πρόσδεσή τους στη μια ή στην άλλη υπερεθνική- να αξιοποιούν σε όφελος τους αντιδραστικά, προκαπιταλιστικά κοινωνικά και πολιτικά υπολείμματα. Με τη δυνατότητα μεταφοράς των οικονομικών δραστηριοτήτων τους από χώρα σε χώρα μπορούν να διασπούν και να εκβιάζουν τους εργαζόμενους. Με τον κυρίαρχο ρόλο των τραπεζών και των μεγάλων χρηματιστηριακών οίκων στην κίνηση των κεφαλαίων, στα επιτόκια, στις επενδύσεις, στα ισοζύγια πληρωμών, στο εξωτερικό χρέος, στη σταθερότητα των νομισμάτων, έχουν τη δύναμη να επιβάλλουν τη θέληση και την πολιτική τους στις περισσότερες κυβερνήσεις.

Ακόμα και μέσα στις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις είναι γνωστή η σύμφυση και η διαπλοκή τους με το κράτος και τα αστικά κόμματα. Πρόεδροι, υπουργοί, ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί στις ΗΠΑ ήταν στελέχη κάποιας υπερεθνικής προτού αναλάβουν υπεύθυνες κυβερνητικές θέσεις, για να επιστρέψουν σ’ αυτήν με το τέλος της κυβερνητικής τους θητείας. Η «Στρογγυλή Τράπεζα των βιομηχάνων" παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής της Ε.Ε. Η Mitsubishi έχει ως κύριο πολιτικό της εκπρόσωπο το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα, που βρίσκεται στην κυβέρνηση, καλύπτοντας το 37% των δαπανών λειτουργίας του. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τα υπόλοιπα αστικά πολιτικά κόμματα στην Ιαπωνία και όχι μόνο.

Από την άλλη πλευρά οι υπερεθνικές χρησιμοποιούν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ενώ επιδιώκουν την ισοπέδωση και την υποταγή των αντίπαλων εθνικών κρατών, ούτε θέλουν ούτε μπορούν να παραιτηθούν από το δικό τους κράτος ή από τα κράτη των εθνών που έχουν υποτάξει με τη νεο-αποικιοκρατική τους πολιτική. Γιατί μόνο αυτά μπορούν να υπερασπίσουν προς τα μέσα και προς τα έξω τα συμφέροντά τους. Να εξασφαλίσουν «ησυχία, τάξη και ασφάλεια» με την κατάπνιξη ή τη χειραγώγηση των αγώνων των εργαζόμενων και τη νομιμοποίηση της κυριαρχίας τους. Να φορολογήσουν τα πλατιά λαϊκά στρώματα και να επιφορτισθούν με όλες τις απαραίτητες κοινωνικές δαπάνες. Να αναλάβουν τη στήριξη και την «εξυγίανση» των «προβληματικών» επιχειρήσεων που έχουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Να πληρώσουν για την έρευνα στους τομείς ψηλής τεχνολογίας που δεν είναι άμεσα κερδοφόροι, αλλά απαραίτητοι. Να φορτωθούν τη δαπάνη για υποδομές και υπηρεσίες που δεν θέλει να αναλάβει το μεγάλο κεφάλαιο. Να τους εξασφαλίσουν επιδοτήσεις, παραγγελίες και προνόμια, καθώς και σταθερή πελατεία για τις μεγάλες πολεμικές βιομηχανίες. Να προωθήσουν τα συμφέροντά τους στο διεθνή ανταγωνισμό με οικονομικές συμφωνίες και εμπορικές διαπραγματεύσεις, με τη διπλωματία, αλλά και με τη στρατιωτική δύναμη όταν χρειαστεί. Γι’ αυτό και οι υπερεθνικές, που έχουν κατά κανόνα τη βάση τους στο τρίγωνο ΗΠΑ, Δυτική Ευρώπη, Ιαπωνία (οι ελάχιστες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν εδώ τον κανόνα), έστω κι αν σήμερα αρνούνται την κρατική παρέμβαση στην οικονομία, θέλουν με όλα τα μέσα την ενίσχυση, την αυταρχοποίηση, την στρατιωτικοποίηση των εθνικών κρατών «τους» και των κρατών των υποτελών τους, πάντα βέβαια κάτω από το δικό τους έλεγχο. Των κρατών που ως εκφραστές των συνολικών συμφερόντων του κεφαλαίου -και παρά τη δημιουργία διάφορων διεθνών ιμπεριαλιστικών μηχανισμών και οργανώσεων- δεν παύουν να είναι αυτά τα κύρια υποκείμενα της διεθνούς πολιτικής.

 

" ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ" ΚΑΙ ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Όσο είναι υποκριτές στο ζήτημα της εξαφάνισης του "έθνους κράτους" οι ιμπεριαλιστές, άλλο τόσο ψεύτες και διπρόσωποι είναι και στο ζήτημα που αφορά τις διεθνείς αντιθέσεις και τη σχέση μεταξύ των εθνών. Και πάνω απ’ όλους σήμερα οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, οι οποίοι είναι και οι πρώτοι διδάξαντες της "παγκοσμιοποίησης".

Η διάλυση της ΕΣΣΔ και η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ ήρθε να οξύνει αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, οι οποίοι συγκρατούνταν σ’ ένα βαθμό στα πλαίσια του λεγόμενου "διπολικού συστήματος" που δεν υπάρχει πια. Εξετάζοντας τη σημερνή διεθνή κατάσταση βλέπουμε να επιβεβαιώνεται απόλυτα η θέση του Λένιν που λέει ότι: "Το ουσιαστικό για τον ιμπεριαλισμό είναι η άμιλλα μερικών μεγάλων δυνάμεων που τείνουν προς την ηγεμονία..." ("Ο Ιμπεριαλισμός Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού").

Οι ΗΠΑ κατόρθωσαν να γονατίσουν και να οδηγήσουν στη διάλυση την πρώην ΕΣΣΔ κυρίως εξαιτίας της ρεβιζιονιστικής προδοσίας, αλλά και με την κούρσα των υπερεξοπλισμών στα χρόνια των Ρέιγκαν και Μπους. Από την αναμέτρηση αυτή απέκτησαν το πιο τρομερό οπλοστάσιο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Με τον πόλεμο στον Κόλπο έκαναν επίδειξη της στρατιωτικής τους υπεροπλίας, προσπάθησαν να αποθαρρύνουν κάθε αντίσταση στο εξής από τη μεριά των χωρών του Γ΄ κόσμου και να επιβάλουν στους υπόλοιπους ιμπεριαλιστές τη μονοκρατορία της μιας υπερδύναμης.

Με αυτή τους την πολιτική όμως είχαν ταυτόχρονα φορτωθεί μ’ ένα κολοσσιαίο εσωτερικό κι εξωτερικό χρέος και είχαν χάσει την πρωτοκαθεδρία σε μια σειρά στρατηγικούς τομείς της οικονομίας. Ένα τεράστιο έλλειμμα στο εμπορικό τους ισοζύγιο διογκωνόταν χρόνο με το χρόνο. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 η Δυτική Ευρώπη είχε κιόλας συγκεντρώσει κάτω από τον έλεγχο της το 46% του παγκόσμιου εμπορίου, ο ασιατικός χώρος με την Ιαπωνία είχε κιόλας ξεπεράσει το 25%, το μερίδιο των Αμερικανών είχε περιοριστεί στο 16%. Οι ηγεμονικές τους φιλοδοξίες υπονομεύτηκαν σοβαρά από αυτούς τους συσχετισμούς.

Για ν’ αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση, οι ΗΠΑ, στα χρόνια του Κλίντον, μείωσαν ελαφρά τις στρατιωτικές τους δαπάνες, διατηρώντας τις όμως πάντα σημαντικά ψηλότερα από το άθροισμα των στρατιωτικών δαπανών Ευρώπης, Ρωσίας και Ιαπωνίας μαζί, και προχώρησαν στην αναμόρφωση της οικονομίας τους. Με κύριο θύμα τους εργαζόμενους, που γίνονταν όλο και φτωχότεροι, αναδιοργανώθηκε το τραπεζικό σύστημα, αναδιαρθρώθηκαν και συγκεντροποιήθηκαν ορισμένοι στρατηγικοί τομείς της αμερικάνικης οικονομίας. Έτσι κατόρθωσαν να αποσπάσουν και πάλι από τους Γιαπωνέζους την πρώτη θέση στην αγορά των μικροτσίπ. Ξανακέρδισαν την πρωτοκαθεδρία στην αεροδιαστημική βιομηχανία. Επανέκτησαν τμήματα της αγοράς αυτοκινήτων που είχαν χάσει.

Ταυτόχρονα εξαπέλυσαν μια άγρια εμπορική επίθεση ενάντια στους ανταγωνιστές τους στην εσωτερική, αλλά και στη διεθνή αγορά. Την ίδια ώρα που κατακεραύνωναν τον "προστατευτισμό" των εμπορικών αντιπάλων τους και έπαιρναν όρκους πίστης στην ελευθερία των εμπορικών ανταλλαγών, την ώρα που επέβαλλαν σε μεγάλο βαθμό τους όρους τους στο "γύρο της Ουρουγουάης" και προσυπέγραφαν τη δημιουργία της ΠΟΕ, δημιουργούσαν από κοινού με τον Καναδά και το Μεξικό τη ΝΑFΤΑ, μια τελωνειακή ένωση εξοπλισμένη με ειδικές προστατευτικές δασμολογικές ρυθμίσεις και προορισμένη να επεκταθεί σε όλη τη Λατινική Αμερική, σε αντιπαράθεση με την Ε.Ε. Με την Οικονομική Συνεργασία Ασίας-Ειρηνικού (ΑΡΕC) προσπαθούσαν να επιβάλουν την οικονομική τους ηγεμονία και σ’ αυτή την περιοχή.

Ενώ η ΠΟΕ προβλέπει την κατάργηση των μηχανισμών αντιποίνων και αναλαμβάνει, υποτίθεται, η ίδια την επίλυση των διαφορών μεταξύ των εταίρων, οι ΗΠΑ διατήρησαν για τον εαυτό τους το δικαίωμα να επιβάλλουν δρακόντειες ποινές σε όσους θεωρούσαν ότι τους έκαναν "αθέμιτο ανταγωνισμό". Χωρίς κανένα δισταγμό απαίτησαν και επέβαλαν στους Γιαπωνέζους να τους παραχωρήσουν με ειδική δεσμευτική συμφωνία το 20% της εσωτερικής τους αγοράς στα μικροτσίπ, ζητώντας ανάλογες ρυθμίσεις και για πολλά ακόμα προϊόντα, προκειμένου να κλείσει το μεγάλο εμπορικό τους έλλειμμα απέναντι στην Ιαπωνία. Στους Ευρωπαίους ανταγωνιστές τους αρνήθηκαν το άνοιγμα της αμερικάνικης αγοράς στις τηλεπικοινωνίες για λόγους "εθνικής ασφάλειας". Κι ενώ ζητούσαν την κατάργηση των επιδοτήσεων προς την Airbus, οι ίδιοι επιδοτούσαν έμμεσα την Boeing και την McDonnel Douglas μέσω των σχέσεων τους με τις στρατιωτικές προμήθειες του Πενταγώνου, την ίδια ώρα που ανακήρυσσαν τις παραπάνω εταιρείες αποκλειστικούς παραγγελιοδόχους των μεγαλύτερων αμερικάνικων αεροπορικών εταιρειών. Αποκορύφωμα όλων αυτών ο νόμοςHelms-Burton που απαγορεύει, επισείοντας τον αποκλεισμό από την αμερικάνικη αγορά, τη σύναψη εμπορικών σχέσεων με την Κούβα, καθώς και ο αντίστοιχος νόμος D Amato για το Ιράν. Νόμοι που καταγγέλθηκαν από τους Ευρωπαίους ως απόπειρα επέκτασης και επιβολής της αμερικάνικης νομοθεσίας σε διεθνές επίπεδο.

Ωστόσο οι οικονομικοί και εμπορικοί εκβιασμοί δεν είναι το μόνο ούτε το κυριότερο όπλο με το οποίο προσπαθούν οι ΗΠΑ σήμερα να κατοχυρώσουν την παγκόσμια ηγεμονία τους. Ακόμα σπουδαιότερος είναι ο παράγοντας της στρατιωτικής τους υπεροπλίας. Γι’ αυτό, παρά τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας, ούτε για μια στιγμή δεν άφησαν να αμφισβητηθεί η αναγκαιότητα του ΝΑΤΟ στη "μεταδιπολική εποχή". Αντιστάθηκαν σθεναρά και κατάφεραν να ματαιώσουν τις προσπάθειες για οικοδόμηση ενός αυτόνομου ευρωπαϊκού αμυντικού συστήματος. Όχι μόνο επέβαλαν τη διατήρηση της βορειοατλαντικής συμμαχίας, αλλά προχώρησαν και στη διεύρυνση του πεδίου δράσης της έξω από τα όρια των καταστατικών της δεσμεύσεων. Με αφετηρία τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία και το μακελειό στη Βοσνία, μπόρεσαν να αναδείξουν το ΝΑΤΟ σε "ένοπλο βραχίονα" του ΟΗΕ, σε νεοαποικιοκρατικό στρατό κατοχής και επεμβάσεων για όλη την Ευρασία. Με κύρια επιδίωξη στην εξωτερική τους πολιτική την αποτροπή της επανεμφάνισης κάποιας δύναμης ικανής να τους αμφισβητήσει στη θέση της μοναδικής υπερδύναμης, αρνήθηκαν κατηγορηματικά στους Γάλλους τη διοίκηση της νατοϊκής πτέρυγας νότιας Ευρώπης, δεν δέχτηκαν να έχουν λόγο οι Ευρωπαίοι στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη και, παρά τις αντιδράσεις κι αυτού ακόμα του "καλύτερου φίλου" και "εταίρου" τους Γέλτσιν, επέκτειναν την παρουσία του ως τα σύνορα της Ρωσίας. Το ΝΑΤΟ έγινε έτσι το εργαλείο μιας απροκάλυπτης πολιτικο-στρατιωτικής κηδεμονίας σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο. Με το "Ευρωατλαντικό Συμβούλιο Συνεργασίας" στο οποίο συμμετέχουν συνολικά 44 χώρες, μεταξύ των οποίων και ασιατικές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, το ΝΑΤΟ έφτασε μέχρι τα σύνορα της δυτικής Κίνας. Το όλο πλέγμα συμπληρώθηκε με την ανανέωση της αμερικανοϊαπωνικής "αμυντικής συμφωνίας" που ανέλαβε και την "προστασία" της Ταϊβάν, παρά τις διαμαρτυρίες της Κίνας. Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Κεντρική Ασία, Άπω Ανατολή, έγιναν τα κύρια σημεία στήριξης των κοσμοκρατορικών φιλοδοξιών της αμερικάνικης υπερδύναμης.

Οι ΗΠΑ δεν αρκούνται σήμερα να θεωρούν "αμερικάνικο" τον αιώνα που τελειώνει, θέλουν ένα "μονοπολικό" αμερικανοκρατούμενο κόσμο και στον αιώνα που έρχεται. Στη σύνοδο κορυφής των 7 ισχυρότερων καπιταλιστικών χωρών στο Ντένβερ τον περασμένο Ιούλη ο Κλίντον κόμπαζε μπροστά στους υπόλοιπους εταίρους του ότι "Η οικονομία των ΗΠΑ είναι η ισχυρότερη στον κόσμο", και τους καλούσε να υιοθετήσουν το "αμερικάνικο μοντέλο". Αναπτύσσοντας παραπέρα τις σκέψεις της αμερικάνικης ηγεσίας ο πρώην τμηματάρχης του Κλίντον στο Υπουργείο Οικονομικών και τωρινός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια Ρότκοπφ έγραφε: "Οι ΗΠΑ δεν θα ‘πρεπε να διστάσουν να προπαγανδίσουν τις αξίες τους. Απ’ όλους τους λαούς στην παγκόσμια ιστορία, οι Αμερικανοί είναι οι πιο δίκαιοι και οι πιο ανεκτικοί, το μοντέλο τους είναι το καλύτερο για το μέλλον" (Περιοδικό Der Spiegel -1/9/97). Στον εναρκτήριο λόγο της νέας κυβερνητικής του θητείας, στις 20 Γενάρη του ‘97, ο ίδιος ο Κλίντον είχε εξάλλου διακηρύξει: "Η Αμερική παραμένει το μοναδικό αναντικατάστατο έθνος στον κόσμο".

Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ δεν υπαγορεύεται μόνο από την αλαζονεία της μιας υπερδύναμης, αλλά και από τον τρόμο που της προκαλούν οι πιθανές αντιδράσεις σ’ έναν κόσμο όπου, όπως λέει ο Κίσινγκερ σ’ ένα τελευταίο βιβλίο του, "Η Αμερική είναι κραταιότερη από όσο ήταν δέκα χρόνια πριν, αλλά και η ισχύς σε γενικές γραμμές έχει διασπαρεί περισσότερο", για να συνεχίσει παρακάτω: "Γεωπολιτικά η Αμερική είναι ένα νησί μακριά από τις ακτές της γήινης μάζας της Ευρασίας, οι πόροι και ο πληθυσμός της οποίας είναι πολύ μεγαλύτεροι από αυτούς των ΗΠΑ. Η κυριαρχία μιας μόνο δύναμης, σε οποιαδήποτε από τις δυο κυρίες σφαίρες της Ευρασίας -Ευρώπη ή Ασία- παραμένει ένας καλός ορισμός στρατηγικού κίνδυνου για την Αμερική, με η χωρίς Ψυχρό Πόλεμο. Κι αυτό επειδή μια τέτοια δύναμη θα είχε την ικανότητα να ξεπεράσει την Αμερική στον οικονομικό και, τέλος στο στρατιωτικό τομέα επίσης" (Κίσινγκερ: "Διπλωματία").

Ωστόσο η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ προκαλεί από μόνη της αντιδράσεις. Με ανησυχία παρακολουθούν Αμερικανοί παρατηρητές ότι η Ρωσία και μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ δεν έχει πάψει να παράγει μεγάλο αριθμό όπλων, στρατηγικών και συμβατικών, της πιο προωθημένης τεχνολογίας, αλλά και να εξοπλίζει μ’ αυτά πιθανούς αντιπάλους των αμερικανικών συμφερόντων. Παρά τη συμμετοχή της στο "Συμβούλιο Συνεργασίας ΝΑΤΟ-Ρωσίας", η μεγάλη αυτή ευρασιατική χώρα κάθε άλλο παρά κρύβει τη δυσαρέσκεια της για την επέκταση του ΝΑΤΟ ως τα σύνορά της. Ο Ρώσος Υπ. Εξ. δήλωσε γι’ αυτή την "διεύρυνση του ΝΑΤΟ": "Μεγάλο λάθος, ίσως το μεγαλύτερο μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου". Ακόμα η Γαλλία, μετά την άρνηση των ΗΠΑ να της αναθέσουν το στρατηγείο της Νάπολης, πάγωσε το χρονοδιάγραμμα επανόδου της ύστερα από 30 χρόνια στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, αρνήθηκε να συμμετάσχει στα έξοδα για την επέκταση της βορειοατλαντικής Συμμαχίας προς την Ανατολή, υπέγραψε μια "Παγκόσμια Συνεργασία" με την Κίνα ώστε "η νέα παγκόσμια τάξη να μην καθορίζεται από μια Υπερδύναμη", ενώ σχεδιάζει και με τη Ρωσία μιαν αντίστοιχη προσέγγιση. Ρωσία και Κίνα μετά τη "Στρατηγική Συμφωνία" στην οποία κατέληξαν τον Απρίλη του ‘97, δήλωσαν σε κοινό ανακοινωθέν: "Καμία χώρα δεν θα ‘πρεπε να επιδιώκει την ηγεμονία, να ασκεί πολιτική ισχύος ή να μονοπωλεί τις διεθνείς σχέσεις". Η συμφωνία αυτή, που από ό,τι φαίνεται δεν ήταν μόνο διπλωματική κίνηση, συνοδεύεται από μαζικές πωλήσεις σύγχρονων ρωσικών όπλων για τον εξοπλισμό του κινεζικού στρατού.

Ακόμα, μπορεί οι ΗΠΑ να κομπάζουν σήμερα για την "ισχυρότερη στον κόσμο" οικονομία τους, δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάει κανείς και το αστρονομικό εξωτερικό τους χρέος του 1,5τρις $, κυρίως απέναντι σε Ιαπωνία και Γερμανία, καθώς και τα τεράστια αποθέματα αμερικανικών δολαρίων και χρεογράφων που βρίσκονται συσσωρευμένα σε ξένες Τράπεζες και που θα μπορούσαν οποιαδήποτε στιγμή να τινάξουν στον αέρα το δολάριο, αλλά και την αμερικάνικη οικονομία. Τέλος, το σύνδρομο αυτό της λεγόμενης "αυτοκρατορικής υπερεπέκτασης" ποτέ δεν είχε ευτυχή κατάληξη για όποιον την επιχείρησε. Στραπάτσα σαν αυτά των πολέμων στην Κορέα και στο Βιετνάμ ή της ακόμα πιο πρόσφατης επέμβασης στη Σομαλία δεν αφορούν το παρελθόν και μόνο. Η ΡΑΧ ΑΜΕRICΑΝΑ σίγουρα, δεν είναι η τελευταία λέξη της ιστορίας.

Αυτό που δεν μπόρεσε να πετύχει ο γερμανικός ιμπεριαλισμός με το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μια "Ενιαία Ευρώπη που θα εκτείνεται από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια" κάτω από τη δική του κηδεμονία, επιχειρεί σήμερα να το επιβάλει στους άλλους ευρωπαίους εταίρους του στο όνομα του ξεπεράσματος "της ανοιχτής πολιτικής αντιπαράθεσης, των εμπορικών πολέμων ή και χειρότερων δεινών", καθώς και για την προετοιμασία της Ευρώπης για ν’ αντιμετωπίσει τον "διεθνή ανταγωνισμό κατά τον 21ο αιώνα" (Κλάους Κίνκελ - Γερμανός Υπ.εξ. - άρθρο με αφορμή τα 40 χρόνια από την υπογραφή της "Συνθήκης της Ρώμης" - εφημ. "Τα Νέα" 26-3-97). Με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, η Γερμανία είχε κιόλας προχωρήσει στην, πρωτοφανή για τα μεταπολεμικά χρονικά, διαδικασία προσάρτησης ενός άλλου κράτους, της Ανατολικής Γερμανίας, χωρίς ούτε καν να ενημερώσει τους υπόλοιπους Ευρωπαίους εταίρους στις Βρυξέλλες. Και όχι μόνο αυτό: ρίχνοντας τη μάσκα του "καλού ηγεμόνα", αποκαλύφθηκε στη συνέχεια ο "ηγεμόνας ληστής" που εξανάγκαζε και τους υπόλοιπους εταίρους να πληρώσουν για την επανένωση της Γερμανίας (που κόστισε περίπου 1 τρις $ μέχρι σήμερα) με τα ψηλά επιτόκια και τις άλλες νομισματικές ρυθμίσεις της Bundesbank, με την επιδείνωση της ύφεσης και την κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας σε όλη την Ευρώπη. Ακόμα στη "μεταδιπολική" εποχή η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) διευρύνθηκε στο χώρο της γερμανικής επιρροής με Αυστρία, Σουηδία, Φινλανδία άμεσα και με Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία στο προσεχές μέλλον. Ο γερμανικός ηγεμονισμός προκαλεί συνεχείς τριβές με τους άλλους ευρωπαίους εταίρους.

Η Ε.Ε., στην πορεία της μετάβασης της από την τελωνειακή στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) και στο κοινό νόμισμα (ευρώ), είναι σήμερα από τους πρωταθλητές του νεοφιλελευθερισμού και της "παγκοσμιοποίησης" σε διεθνή κλίμακα. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, υπαγορεύτηκε κι αυτή από τα γεράκια της Bundesbank κι από τα πιο επιθετικά τμήματα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Στο όνομα της καταπολέμησης του πληθωρισμού, των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους ως προϋπόθεσης για ένα ισχυρό κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, αυτό που κυρίως επιχειρείται είναι η ισοπέδωση των κοινωνικών κατακτήσεων των εργαζόμενων και ο παραμερισμός κάθε φραγμού για την όσο γίνεται πιο γρήγορη και πιο ανεμπόδιστη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας σε όφελος των μεγάλων δυτικοευρωπαϊκών μονοπωλίων. Είναι η ολομέτωπη επίθεση με τη "Λευκή Βίβλο" για την κατεδάφιση του "Κράτους Πρόνοιας" και την προσέγγιση του έμμεσου κόστους της εργασίας (εργοδοτικές και κρατικές εισφορές) από το 40% που το εργατικό κίνημα είχε επιβάλει στην Ευρώπη, στο 28% που ισχύει στις ΗΠΑ. Είναι οι αυστηρές ποινές που προβλέπονται από το "Σύμφωνο Σταθερότητας" του Δουβλίνου για όποια χώρα ξεπεράσει το 3% στο δημόσιο έλλειμμα, ακόμα και μετά την ίδρυση της ΟΝΕ και, κατά συνέπεια, η σκληρή λιτότητα χωρίς ημερομηνία λήξης. Είναι στη συνέχεια η ολοκληρωτική αφαίρεση κάθε δυνατότητας για την άσκηση ανεξάρτητης δημοσιονομικής πολιτικής από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), που θα λειτουργεί ανεξάρτητα από κάθε πολιτικό ή κοινωνικό έλεγχο με έδρα της τη Φραγκφούρτη. "Η υιοθέτηση του ευρώ είναι η απόδειξη της γερμανικής επικράτησης στην Ευρώπη", δήλωσε πρόσφατα ο Γερμανός υπουργός οικονομικών Τ. Βάϊγκελ. Δεν είναι μόνο η Αγγλία και η Δανία που έχουν αρνηθεί τη συμμετοχή τους στη Νομισματική Ένωση. Η Νορβηγία απέρριψε με δημοψήφισμα την ένταξή της σ’ αυτήν την Ε.Ε. Άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί έχουν εκφράσει τις έντονες επιφυλάξεις τους. Καμιά ευρωπαϊκή κυβέρνηση, ούτε η γερμανική, δεν είναι σίγουρη ότι θα μπορέσει να εκπληρώσει όλους τους όρους του Μάαστριχτ όπως τους έχει υπαγορεύσει το χρηματιστικό κεφάλαιο, χωρίς λογιστικές ταχυδακτυλουργίες.

Αυτή η πολιτική σχεδιάζεται και υλοποιείται πίσω από τις πλάτες των 370 εκ. κατοίκων της Ε.Ε. Δεν είναι μόνο η ΕΚΤ που θα δρα μελλοντικά ανεξέλεγκτα, επιβάλλοντας την οικονομική δικτατορία του χρηματιστικού κεφαλαίου σ’ όλη την Ευρώπη. Ουσιαστικά ανεξέλεγκτα έχουν λειτουργήσει ως τώρα και τα διάφορα Συμβούλια, Σύνοδοι Κορυφής και Επιτροπές, που έχοντας απέναντί τους ένα διακοσμητικό-γνωμοδοτικό Ευρωκοινοβούλιο, παίρνουν τις αποφάσεις ανάλογα με την ισχύ των παντοδύναμων μονοπωλιακών ενώσεων και λόμπυ όπως είναι η "Στρογγυλή Τράπεζα των βιομηχάνων". Αυτό όμως τώρα πια δεν φτάνει. Μπροστά στη διεύρυνση της Ε.Ε. από τα 15 στα 20 ή και στα 26 μέλη και στο όνομα της "αποτελεσματικότητας", η πρόσφατη "Συνθήκη του Άμστερνταμ" διακήρυξε την ανάγκη της θεσμικής μεταρρύθμισης της Ε.Ε., που μεταξύ των άλλων προβλέπει: τη "νέα στάθμιση της ψήφου" κάθε κράτους μέλους στην "Ευρωπαϊκή Επιτροπή" ανάλογα με το αν αυτό είναι μικρό ή μεγάλο", καθώς και τη μείωση των μελών της (φυσικά σε βάρος των μικρών) μετά το 2.000, τη διεύρυνση των εξουσιών του προέδρου της "Επιτροπής" και την ανάθεση του αξιώματος αποκλειστικά και μόνο στους μεγαλύτερους εταίρους, τη διεύρυνση των θεμάτων για τα οποία οι αποφάσεις θα παίρνονται με "ειδικές πλειοψηφίες" στα Συμβούλια των Υπουργών, την εφαρμογή της αρχής της "στενότερης συνεργασίας"/"ευελιξίας" μεταξύ των ισχυρών της Ε.Ε. γιατί "δεν επιτρέπεται ο πιο αργός να καθορίζει την ταχύτητα της ενοποίησης" (Κίνκελ, εφημ. "Τα Νέα", 26-3-97), καθώς και άλλες ανάλογες ρυθμίσεις.

Κορωνίδα του αντιδημοκρατικού χαρακτήρα της Ευρώπης του 21ου αιώνα που οικοδομείται, η "Συνθήκη του Schengen", η οποία στο όνομα της κατάργησης των εσωτερικών συνόρων, της διασφάλισης της ελεύθερης διακίνησης των προσώπων, και της καταπολέμησης των ναρκωτικών και της τρομοκρατίας, έχει μεθοδεύσει το μεγαλύτερο ηλεκτρονικό φακέλωμα της ιστορίας, περιορίζει ασφυκτικά το πολιτικό άσυλο και μεταχειρίζεται τους μετανάστες, με τους οποίους δεν παύει να τροφοδοτεί τη "μαύρη αγορά εργασίας" της σαν ανθρώπους 3ης κατηγορίας. Οικοδομεί το "φρούριο Ευρώπη" οπλισμένο μέχρι τα δόντια και εχθρικό για όσους αμφισβητούν τον αντιδραστικό του χαρακτήρα και για τα εκατομμύρια των πεινασμένων κι εξαθλιωμένων θυμάτων και των ευρωπαϊκών υπερεθνικών μονοπωλίων, της οικονομικής καταλήστευσης και του πολέμου στην Αν. Ευρώπη και στον Γ' κόσμο, που θα τολμούσαν να αναζητήσουν ελπίδα και μια καλύτερη ζωή στον ευρωπαϊκό παράδεισο.

Το κύριο όπλο της Ε.Ε. στον ανταγωνισμό της με τις άλλες μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν είναι βέβαια, σήμερα, η στρατιωτική ισχύς της. Είναι η οικονομική και η εμπορική της δύναμη και η φιλοδοξία με την οικονομική της ένωση, με τη βαριά εκμετάλλευση των λαών της Ευρώπης και του κόσμου, να αναδείξει το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, το ευρώ, σε κυρίαρχο νόμισμα που θα μπορέσει να υπερφαλαγγίσει το δολάριο και το γεν. Στο μεταξύ, όμως, παρ’ όλο που είναι αναγκασμένη να αναγνωρίζει την αμερικάνικη υπεροπλία, ενώ βρίσκεται συχνά διχασμένη σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, κάθε άλλο παρά μένει αδρανής στην υποκίνηση πολέμων, στη συμμετοχή σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, σε προετοιμασίες για την ανάδειξή της και σε στρατιωτική μεγάλη δύναμη.
Η πολύμορφη μεθοδευμένη επέμβαση της Γερμανίας για τη διάλυση του μεγαλύτερου πολυεθνικού κράτους των Βαλκανίων, της Γιουγκοσλαβίας, συνέβαλε καθοριστικά στο ξέσπασμα ενός καταστροφικού πολέμου στην ίδια την ευρωπαϊκή ήπειρο, παρά τις διακηρύξεις της Ε.Ε. ότι η ενοποίησή της θα οδηγούσε στο οριστικό τέλος των ενδοευρωπαϊκών πολέμων. Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες αποδέχτηκαν το νεοαποικιοκρατικό ρόλο του ΝΑΤΟ και συμμετείχαν στις "ειρηνευτικές" του αποστολές στη Βοσνία και στην Αλβανία. Τέλος, η ματαίωση, σ’ αυτή τη φάση, της προσπάθειας για αυτόνομο ευρωπαϊκό αμυντικό σύστημα και η λειτουργία της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) με το χαρακτήρα του "δυτικοευρωπαϊκού πυλώνα" κάτω από αμερικάνικο έλεγχο στα πλαίσια του ΝΑΤΟ δεν σημαίνει και οριστική παραίτηση της Ευρώπης από το στόχο της αυτόνομης στρατιωτικής της συγκρότησης. Γι’ αυτό και ενισχύεται ο συντονισμός για την παραγωγή νέων όπλων από τις πολεμικές βιομηχανίες της, γι’ αυτό και στην τελευταία Διακυβερνητική Διάσκεψη του Άμστερνταμ αποφασίστηκε "η ενίσχυση των θεσμικών σχέσεων μεταξύ Ε.Ε. και ΔΕΕ" και προβλέφτηκε ρητά "η δυνατότητα, μελλοντικά, συγχώνευσης της τελευταίας στην Ένωση έπειτα από απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου". Οι φιλοδοξίες της Γερμανίας και της Ε.Ε. να διεκδικήσουν την παγκόσμια ηγεμονία είναι αναμφισβήτητες.

Όπως ήταν φυσικό, ούτε η δεύτερη σε μέγεθος καπιταλιστική οικονομία στον κόσμο, η Ιαπωνία, δεν έμεινε ανεπηρέαστη από την κρίση του μεταπολεμικού καπιταλισμού. Η χώρα αυτή με τους μοναδικούς, σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο, ρυθμούς ανάπτυξης του 9% και 10% στη δεκαετία του ‘60 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘70· που κατέλαβε κατά καιρούς την πρώτη θέση στην ηλεκτρονική βιομηχανία, στην πληροφορική, στις ηλεκτρικές συσκευές, στις τηλεπικοινωνίες, στις εργαλειομηχανές· με τη μοναδική αυτοκινητοβιομηχανία στον κόσμο που έχει εγκαταστήσει μεγάλες μονάδες παραγωγής στο εσωτερικό των σημαντικότερων αγορών τεσσάρων ηπείρων· η χώρα αυτή που, χωρίς πρώτες ύλες και δικούς της ενεργειακούς πόρους, είχε για πολύ καιρό τα μεγαλύτερα εμπορικά πλεονάσματα, που ελέγχει τις 6 από τις 10 μεγαλύτερες τράπεζες στον κόσμο και έχει αναδειχτεί στο μεγαλύτερο πιστωτή των ΗΠΑ, ύστερα από μια κατακόρυφη πτώση στην οικονομία της στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 γνώρισε την πλήρη στασιμότητα στις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Το τραπεζικό της σύστημα, που είχε χρηματοδοτήσει την υπερεπέκταση της γιαπωνέζικης οικονομίας, έπεσε σε κρίση, η κερδοσκοπία αναπτύχθηκε ανεξέλεγκτη, μεγάλες τράπεζες έφτασαν στα όρια της χρεοκοπίας.

Σε συνθήκες σκληρών εμπορικών συγκρούσεων με τις ΗΠΑ και κλιμάκωσης του διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού, οι Ιάπωνες καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις τους επιδιώκουν κι αυτοί την αναδιάρθρωση της οικονομίας, προχωρούν στην "εξυγίανση" της δημόσιας οικονομίας και των πιστωτικών ιδρυμάτων, σε ιδιωτικοποιήσεις, αλλά και στη μετάθεση επιχειρήσεων στο εξωτερικό. Βασικό τμήμα του προγράμματος τους είναι το ξεπέρασμα των "αγκυλώσεων" της γιαπωνέζικης οικονομίας σε βάρος των εργαζόμενων, με μεθοδεύσεις για την κατάργηση της "δια βίου απασχόλησης" σ’ έναν εργοδότη που είχε εξασφαλίσει "εργασιακή ειρήνη" για πολλές δεκαετίες, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, καθώς και την παράταση του ορίου συνταξιοδότησης. Η ίδρυση της Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού (ΑΡΕC) σε συνεργασία και ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ, που θα οδηγήσει σε "ουσιαστική μείωση των δασμών" μέχρι το 2000 στην προοπτική της πλήρους τελωνειακής ένωσης των χωρών που συμμετέχουν σ’ αυτήν, αποτελεί στρατηγική επιλογή και για τα γιαπωνέζικα υπερεθνικά μονοπώλια, στην αναζήτησή τους για νέες διεξόδους σε μια αγορά με 2 δις πληθυσμό, όπου συγκεντρώνεται το 50% της παγκόσμιας παραγωγής και του παγκόσμιου εμπορίου.

Επαναβεβαιώνοντας σήμερα την αμυντική της συμφωνία με τις ΗΠΑ που έχει ως κύριο στόχο την επιβολή της ΡΑΧ ΑΜΕRICΑΝΑ στο χώρο της Ασίας και του Ειρηνικού, την ανάσχεση της Κίνας, της Β. Κορέας, του Βιετνάμ, αλλά και τον έλεγχο της Ρωσίας από την Ανατολή, η Ιαπωνία διεκδικεί ταυτόχρονα για τον εαυτό της την αναβάθμιση του ρόλου της ως παράγοντα "διεθνούς σταθερότητας" και ως ηγετικής δύναμης στον ασιατικό χώρο. Γι’ αυτό, την ίδια ώρα που χρηματοδοτεί τη διατήρηση 100.000 Αμερικανών στρατιωτών στα εδάφη της, προωθεί την ενίσχυση της γιαπωνέζικης στρατιωτικής μηχανής και στέλνει για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο Γιαπωνέζους στρατιώτες έξω από τα σύνορά της σε "ειρηνευτικές αποστολές" στην Καμπότζη, στα υψίπεδα του Γκολάν, στο Κονγκό και στη Μοζαμβίκη.

 

ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΙ Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Σε μια πρώτη περίοδο μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα σ’ όλο τον κόσμο, παίρνοντας θάρρος από τη μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών, με την ΕΣΣΔ του Λένιν και του Στάλιν στην πρώτη γραμμή και με την αλλαγή του συσχετισμού δύναμης υπέρ των δυνάμεων του σοσιαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα, αναπτύχθηκαν ορμητικά. Το παλιό αποικιοκρατικό σύστημα κατέρρεε. Μετά την ίδρυση των «Λαϊκών Δημοκρατιών» στην Ανατολική Ευρώπη, η Μεγάλη Κινέζικη Επανάσταση, η Κορέα, το Βιετνάμ, αργότερα η Κούβα, συνέδεσαν δημιουργικά τη νίκη στην εθνικοδημοκρατική επανάσταση με τη σοσιαλιστική επανάσταση και προχώρησαν στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘50 ο Μάο Τσετούνγκ είχε πει: «Ο ανατολικός άνεμος είναι πιο ισχυρός από το δυτικό άνεμο». Η ήττα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και οι νίκες των λαών της Ινδοκίνας σηματοδότησαν την ανοδική πορεία των εθνικοαπελευθερωτικών και επαναστατικών κινημάτων μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘70.

Ο πρώτος και σπουδαιότερος λόγος που υπονόμευσε αυτή την πορεία ήταν η προδοσία του μαρξισμού-λενινισμού, η επικράτηση του συγχρόνου ρεβιζιονισμού στην ΕΣΣΔ και η διάσπαση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Ήταν η ανατροπή της επαναστατικής κατεύθυνσης και της Δικτατορίας του Προλεταριάτου, οι "θεωρίες" για το "κράτος όλου του λαού" και το "κόμμα όλου του λαού", για τον "κοινοβουλευτικό δρόμο" και το "ειρηνικό πέρασμα", που άνοιξαν το δρόμο στην καπιταλιστική παλινόρθωση, για να καταλήξουν στην ίδια τη διάλυση της ΕΣΣΔ και στον εκφυλισμό της μεγάλης πλειοψηφίας των ΚΚ. Στα θέματα αυτά, στην "ιδεολογική διαμάχη" που διεξήγαγαν οι μαρξιστές-λενινιστές με επί κεφαλής το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας και το Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας εκείνη την εποχή, στη θεωρία του Μάο Τσετούνγκ για τη "Συνέχιση της Επανάστασης στις συνθήκες της Δικτατορίας του Προλεταριάτου", στη "Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση", στην προσφορά αλλά και στις αδυναμίες του μ–λ κινήματος στον κόσμο, που δικαιώθηκε σε όλες τις βασικές επισημάνσεις του, αλλά δεν έχει μπορέσει ακόμα να ανατρέψει την αρνητική πορεία που έφερε μαζί του ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός, θα αναφερθούμε ιδιαίτερα σε επόμενο κείμενο.

Εδώ θέλουμε να σημειώσουμε ιδιαίτερα τις ολέθριες επιπτώσεις που είχε η εγκατάλειψη της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό και το εθνικό ζήτημα· η ανοιχτή συνεργασία του Χρουστσόφ με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και οι διακηρύξεις του ότι από κοινού με τις ΗΠΑ θα ήταν πια σε θέση να πνίξει κάθε απόπειρα επαναστατικής εξέγερσης στον κόσμο και να εξασφαλίσει έτσι τη "διαρκή ειρήνη"· ακόμα, οι σοσιαλιμπεριαλιστικές θεωρίες για τη "Διεθνή Δικτατορία" και την "Περιορισμένη Κυριαρχία" του Μπρέζνιεφ, που δεν έμειναν στα λόγια, αλλά εφαρμόστηκαν στην πράξη με την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία και στο Αφγανιστάν, καθώς και με την επιβολή της ρεβιζιονιστικής πολιτικής του ΚΚΣΕ σε όλα τα εξαρτημένα από αυτό Κ.Κ., που τραυμάτισαν σοβαρά την ακτινοβολία των κομμουνιστικών ιδεών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ από εκείνη την εποχή και μετά σημειώθηκαν επανειλημμένα λαϊκές και επαναστατικές εξεγέρσεις στον κόσμο, ποτέ και πουθενά δεν συμμετείχε στην προετοιμασία τους και δεν βρέθηκε επικεφαλής τους κάποιο από τα κόμματα αυτά. Τα νεαρά μ–λ Κόμματα και οργανώσεις που προσπαθούσαν να ανασυγκροτηθούν σε αντίθεση με τη ρεβιζιονιστική προδοσία, παρά τις επαναστατικές τους πρωτοβουλίες, δεν ήταν συχνά σε θέση, με τις αδυναμίες και τις ανωριμότητές τους, να καλύψουν το κενό. Χωρίς επαναστατική προλεταριακή καθοδήγηση, οι αντιϊμπεριαλιστικές επαναστάσεις δεν κατόρθωσαν να ολοκληρώσουν τους στόχους τους και ν’ ανοίξουν το δρόμο για το σοσιαλισμό.

Σήμερα είναι λίγο πολύ αποδεκτό από όλους ότι, με την καταστροφή του παλιού αποικιοκρατικού συστήματος, οι χώρες που κατέκτησαν σ’ ένα βαθμό την πολιτική τους ανεξαρτησία, κάτω από την καθοδήγηση αστικών, μικροαστικών και εθνικιστικών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, μπορεί να κατάφεραν κατά καιρούς πλήγματα στη μια ή στην άλλη ιμπεριαλιστική δύναμη, όμως, ούτε την εθνική τους ανεξαρτησία κατόρθωσαν να κατοχυρώσουν ούτε, πολύ περισσότερο, ν’ ανοίξουν το δρόμο για την κοινωνική και οικονομική τους χειραφέτηση και πρόοδο. Όπως έχει δείξει η ιστορική εμπειρία, στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού, σε μια εξαρτημένη μισοαποικιακή-μισοφεουδαρχική χώρα με υποτελή και αδύναμη αστική τάξη, μόνο μια επαναστατική προλεταριακή καθοδήγηση είναι σε θέση να φέρει σε πέρας την αντιιμπεριαλιστική εθνικοδημοκρατική επανάσταση και την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας, για να προχωρήσει στη σοσιαλιστική επανάσταση και οικοδόμηση.

Αντίθετα, οι χώρες στις οποίες αναφερόμαστε εδώ, ξανάπεσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κάτω από μια πολύμορφη νεοαποικιοκρατική ιμπεριαλιστική εξάρτηση.

Αναλύοντας τις νέες μεθόδους του ιμπεριαλισμού και την κατάσταση που επικράτησε μεταπολεμικά στο μεγαλύτερο τμήμα του τρίτου κόσμου, το ΚΚΚίνας στην ανοιχτή πολεμική του με το ΚΚΣΕ, έλεγε τα εξής: "Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ιμπεριαλιστές δεν παραιτήθηκαν βέβαια από την αποικιοκρατία, αλλά υιοθέτησαν μια νέα μορφή, τη νεοαποικιοκρατία. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της νεοαποικιοκρατικής πολιτικής είναι ότι οι ιμπεριαλιστές αναγκάστηκαν να αλλάξουν σε ορισμένες περιοχές τον παλιό τρόπο της άμεσης ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας και να υιοθετήσουν μια νέα μέθοδο ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας με τη στήριξη στους πράκτορες που είχαν επιλέξει και εκπαιδεύσει. Οι ιμπεριαλιστές, με επικεφαλής τις ΗΠΑ υποδουλώνουν τις αποικιακές χώρες και τις χώρες που έχουν κιόλας ανακηρύξει την ανεξαρτησία τους, οργανώνοντας στρατιωτικούς συνασπισμούς, εγκαθιστώντας στρατιωτικές βάσεις, ιδρύοντας "Ομοσπονδίες" και "Κοινότητες" και υποθάλποντας εγκάθετα καθεστώτα. Με την οικονομική "βοήθεια" και άλλες μορφές, κρατούν αυτές τις χώρες σε εξάρτηση, ως αγορές για τα προϊόντα τους, ως πηγές πρώτων υλών και ως διέξοδο για την εξαγωγή κεφαλαίου, λεηλατούν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές και ρουφούν το αίμα των λαών τους. Ακόμα παραπέρα, χρησιμοποιούν τον ΟΗΕ σαν σημαντικό εργαλείο για να αναμειγνύονται στις εσωτερικές υποθέσεις αυτών των χωρών και για να τις υποτάσσουν στη στρατιωτική, οικονομική και πολιτιστική τους επίθεση. Όταν δεν μπορούν πια να διατηρήσουν την κυριαρχία τους με "ειρηνικά" μέσα, σχεδιάζουν στρατιωτικά πραξικοπήματα, πραγματοποιούν ανατροπές ή καταφεύγουν ακόμα και στην άμεση στρατιωτική επέμβαση και επιδρομή... Η νεοαποικιοκρατία είναι μια ακόμα πιο δόλια και καταχθόνια μορφή αποικιοκρατίας" (Άρθρο της "Λαϊκής Ημερησίας" - "Οι απολογητές της νεοαποικιοκρατίας"). Όλη η μεταπολεμική εμπειρία των λαών είναι γεμάτη από γεγονότα που επιβεβαιώνουν διαπιστώσεις σαν τις παραπάνω, σε όλες εκείνες τις χώρες που δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν την αντιϊμπεριαλιστική τους επανάσταση.

Στις σημερινές συνθήκες της ιμπεριαλιστικής "παγκοσμιοποίησης", η νεοαποικιακή πολιτική δεν περιορίζεται μόνο απέναντι στις χώρες του τρίτου κόσμου. Ο Λένιν έλεγε: "Για τον ιμπεριαλισμό είναι χαρακτηριστική ίσα-ίσα η τάση για προσαρτήσεις όχι μόνο αγροτικών περιοχών (όπως έλεγε ο Κάουτσκυ, Σ.Σ.), μα ακόμα και των πιο βιομηχανικών (οι γερμανικές βλέψεις στο Βέλγιο, οι γαλλικές στη Λωραίνη), γιατί, πρώτο, ο τερματισμός του μοιράσματος του κόσμου αναγκάζει κατά το ξαναμοίρασμα ν’ απλώνονται τα χέρια σε κάθε λογής εδάφη. Δεύτερο, το ουσιαστικό για τον ιμπεριαλισμό είναι η άμιλλα μερικών μεγάλων δυνάμεων που τείνουν προς την ηγεμονία, δηλαδή προς το άρπαγμα εδαφών όχι τόσο άμεσα για τον εαυτό τους, όσο για την εξασθένηση του αντιπάλου και την υπόσκαψη της ηγεμονίας του (για τη Γερμανία το Βέλγιο έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα σαν σημείο στήριξης ενάντια στην Αγγλία. Για την Αγγλία η Βαγδάτη σαν σημείο στήριξης ενάντια στη Γερμανία κ.λπ.)". ("Ο Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού").

Με την ένταξη τους στη λογική του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, τα ρεβιζιονιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης δεν μπόρεσαν ν’ αντέξουν στις πιέσεις του ιμπεριαλισμού, στην αρπακτικότητα παλιών και νέων αστικών στοιχείων στο εσωτερικό τους, στην αποτελμάτωση της οικονομίας τους, στην κούρσα των εξοπλισμών, στα τεράστια χρέη τους προς τη Δύση, και κατέρρευσαν. Το βιομηχανικό και αγροτικό τους σύστημα καταστράφηκε και η οικονομία τους βούλιαξε. Κι ενώ οι κάθε λογής μαφίες άρχισαν να οργιάζουν, ξεπουλήθηκε όσο-όσο ο εθνικός τους πλούτος για να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα. Οι νέες κυρίαρχες τάξεις μπήκαν πρόθυμα κάτω από τον έλεγχο του Δ.Ν.Τ., της Παγκόσμιας Τράπεζας, της ΠΟΕ. και χαιρέτησαν την επέκταση της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ στις χώρες τους σαν απαραίτητα στηρίγματα της νεοαποκτημένης και σαθρής εξουσίας τους. Αν εξαιρέσει κανείς τη Ρωσία –όχι εξαιτίας της οικονομικής της κατάστασης, που είναι από τις χειρότερες, αλλά επειδή είναι μια τεράστια χώρα με πολύ μεγάλο πληθυσμό, σοβαρές επιτεύξεις στους τομείς της τεχνολογίας και της επιστήμης και με το δεύτερο σε ισχύ πολεμικό οπλοστάσιο στον κόσμο, πράγμα που της δίνει τη δυνατότητα ακόμα και να διεκδικεί σημαίνοντα λόγο στις διεθνείς εξελίξεις– τα καθεστώτα όλων των άλλων χωρών που αποσχίστηκαν από την πρώην ΕΣΣΔ, καθώς και οι χώρες της Αν. Ευρώπης, δεν διαφέρουν και πολύ από τα νεοαποικιακά καθεστώτα του τρίτου κόσμου. Σε αρκετές από τις χώρες αυτές ωριμάζουν οι συνθήκες για κοινωνικές και πολιτικές αναμετρήσεις μεγάλης κλίμακας, ακόμα και για ένοπλες εξεγέρσεις.

Στα πλαίσια των "οικονομικών ολοκληρώσεων" που οικοδομούν οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (Ε.Ε.-ΝΑFΤΑ-ΑΡΕC) δεν περιλαμβάνονται μόνο οι λίγο-πολύ "ισότιμοι εταίροι", αλλά και μια σειρά χώρες με μέση καπιταλιστική ανάπτυξη. Οι χώρες αυτές ενδιαφέρουν τους ιμπεριαλιστές για την αγορά τους, για το φτηνότερο εργατικό τους δυναμικό, για τις πρώτες ύλες, για τη γεωστρατηγική τους θέση, για να σταθεροποιήσουν εκεί την κυριαρχία τους απέναντι σε άλλους ανταγωνιστές. Όμως, ακόμα κι όταν δεν ισχύει καθεστώς διακρίσεων και "πολλών ταχυτήτων" από τους ισχυρούς σε βάρος των πιο ανίσχυρων, όπως συνήθως γίνεται, κι αυτή ακόμα η τήρηση των «ίσων κανόνων», «η αμοιβαία εγκατάλειψη του οικονομικού προστατευτισμού», η «τελωνειακή ένωση» κ.λπ., ανάμεσα σε άνισους εταίρους, δεν μπορεί παρά να εντείνει νομοτελειακά τις ανισότητες.

Οι κυρίαρχες τάξεις αυτών των χωρών ούτε θέλουν ούτε μπορούν να αντιταχθούν στον ιμπεριαλισμό και στις υπερεθνικές επιχειρήσεις. Αντίθετα υποκλίνονται μπροστά στην ιμπεριαλιστική «παγκοσμιοποίηση», που τη χρησιμοποιούν για να εντείνουν ακόμα περισσότερο την εκμετάλλευση των εργαζομένων, μπαίνουν στην υπηρεσία του ενός ή του άλλου υπερεθνικού μονοπωλίου, ανοίγουν τις πόρτες στην εισβολή του μεγάλου ξένου κεφαλαίου και παράλληλα, αποσύροντας κεφάλαιά τους από την παραγωγή, επιδίδονται στην καταλήστευση των οικονομιών αυτών των χωρών με το δανεισμό του κράτους, με "επενδύσεις" σε κρατικά ομόλογα για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, με τη διόγκωση του παρασιτισμού και της κερδοσκοπίας στα χρηματιστήρια. Προσπαθούν να διασφαλίσουν ή και να ενισχύσουν μ’ αυτό τον τρόπο τα κέρδη και την κοινωνική τους θέση, ακόμα και να επεκταθούν σε βάρος γειτονικών λαών αν τους δοθεί η ευκαιρία γι’ αυτό. Στρατηγικοί τομείς της οικονομίας περνούν έτσι κάτω από τον έλεγχο των υπερεθνικών, που καθορίζουν τις επενδύσεις και την οικονομική τους δραστηριότητα σύμφωνα με τις διεθνείς τους επιλογές, υποκαθιστούν την ντόπια παραγωγή με εισαγόμενα δικά τους βιομηχανικά ή αγροτικά προϊόντα, φέρνουν την αποβιομηχάνιση και τη χρεοκοπία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την εξάρθρωση της αγροτικής τους οικονομίας. Διογκώνουν τα ελλείμματα και καταβαραθρώνουν συνολικά την οικονομία τους. Με την ισχυρή οικονομική, πολιτική, αλλά και στρατιωτική τους επιρροή, οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ασκούν και απέναντι σ’ αυτές τις χώρες μια νεοαποικιακή υπαγόρευση και κηδεμονία, απαιτούν μια εξωτερική πολιτική σύμφωνη με τις επιδιώξεις τους, ποδοπατούν την ανεξαρτησία και τα κυριαρχικά δικαιώματα αυτών των χωρών. Η αντίσταση στην ιμπεριαλιστική «παγκοσμιοποίηση», η πάλη ενάντια στις αντιδραστικές «καπιταλιστικές ολοκληρώσεις» και για έξοδο από αυτές, είναι προϋπόθεση για να μπορέσει η εργατική τάξη σ’ αυτές τις χώρες να βαδίσει στο δρόμο της σοσιαλιστικής επανάστασης, να διεξαγάγει τον αντικαπιταλιστικό της αγώνα και να συσπειρώσει τις πλατιές μάζες των φτωχομεσαίων λαϊκών στρωμάτων στις πόλεις και στην ύπαιθρο.

Οι ιμπεριαλιστές ισχυρίζονται ότι μόνο με την "παγκοσμιοποίηση" και την φιλελευθεροποίηση των αγορών θα μπορέσει και ο τρίτος κόσμος να βγει από τη φτώχεια και την εξαθλίωση. Για να στηρίξουν την άποψη τους αυτή, επικαλούνται στοιχεία που προβάλλουν την αύξηση των εξαγωγών βιομηχανικών προϊόντων από τις χώρες αυτές προς τις βιομηχανικές χώρες. Μέχρι πρόσφατα έφερναν το παράδειγμα των "μικρών τίγρεων" στη νοτιοανατολική και ανατολική Ασία με τους ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και τις εντυπωσιακές επιδόσεις στις εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων. Αποσιωπούσαν βέβαια το γεγονός ότι το "οικονομικό θαύμα" των χωρών αυτών είχε στηριχτεί στην ολόπλευρη ενίσχυσή τους από τον ιμπεριαλισμό, στα ειδικά προστατευτικά μέτρα που τους είχε επιτραπεί να διατηρούν για την ανάπτυξη της βιομηχανίας τους, καθώς και στις ειδικές προνομιακές ρυθμίσεις για τη διάθεση των προϊόντων τους ακόμα και μέσα στην ίδια την αγορά των ΗΠΑ. Όλ’ αυτά είχαν μεθοδευτεί στα πλαίσια της αντικομμουνιστικής σταυροφορίας των ιμπεριαλιστών ενάντια στην Κίνα, το Βιετνάμ, τη Βόρεια Κορέα, αλλά και για την παραπέρα διάβρωση της πρώην ΕΣΣΔ. Σήμερα ωστόσο, μπροστά στην κρίση υπερπαραγωγής που έχει χτυπήσει το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, οι ιμπεριαλιστές παίρνουν πίσω τις όποιες παραχωρήσεις τους, απαιτούν την άρση κάθε προστατευτικού μέτρου και το άνοιγμα των αγορών των χωρών αυτών, με αποτέλεσμα την αύξηση των εμπορικών ελλειμμάτων και του εξωτερικού χρέους, την ανατροπή του "οικονομικού θαύματος". Η πρόσφατη νομισματική κρίση στη νοτιοανατολική Ασία, που συγκλόνισε τα διεθνή χρηματιστήρια, είναι αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων.

Σε αντίθεση με τις παραπλανητικές δημαγωγίες των ιμπεριαλιστών, η ίδια η Παγκόσμια Τράπεζα με τις στατιστικές της αποδείχνει ότι ο τρίτος κόσμος παραμένει βασικά αγροτικός, η βιομηχανία έντασης εργασίας που εγκαθιστούν σε ορισμένες περιοχές τα υπερεθνικά μονοπώλια δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα. Η θέση του τρίτου κόσμου συνολικά υποβαθμίζεται όλο και περισσότερο. Σύμφωνα με στοιχεία του Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη (ΡNUD), την ώρα που η περιουσία των 358 πλουσιότερων μεγαλοεπιχειρηματιών στον κόσμο ισοδυναμούσε με το εισόδημα των φτωχότερων 2,3 δις κατοίκων αυτού του πλανήτη, το 50% των χωρών της γης έβλεπαν την οικονομική τους κατάσταση να χειροτερεύει επικίνδυνα μέσα στα τελευταία δέκα χρόνια. Και δεν πρόκειται μόνο για την Αφρική, όπου η κατάσταση είναι καταστροφική. Τόσο στην Ασία όσο και στη Λατινική Αμερική, οι περιοχές της ολοκληρωτικής εξαθλίωσης και του θανάτου παραμένουν τεράστιες. Ο ίδιος ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας δήλωσε πρόσφατα ότι αν δεν υπάρξουν ριζικές αλλαγές στην παγκόσμια οικονομική κατάσταση, τα 3 δις των ανθρώπων που ζουν σήμερα με 2$ την ημέρα θα γίνουν 5 δις μέσα στα επόμενα 30 χρόνια. Σε συνθήκες όπου μέσα από τη δράση των υπερεθνικών έχει έτσι κι αλλιώς ενισχυθεί αριθμητικά και κοινωνικά η εργατική τάξη αυτών των χωρών, οι εξεγέρσεις των εξαθλιωμένων και καταπιεσμένων μαζών ενάντια στον ιμπεριαλισμό και στα νεοαποικιακά, συχνά μισοφεουδαρχικά καθεστώτα, καθώς και οι ένοπλες επαναστάσεις αυτών των λαών δεν θα πάψουν να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, καθώς μπαίνουμε στον 21ο αιώνα.

Ιμπεριαλιστές και αστικά κόμματα όλων των ειδών, δεξιοί και σοσιαλδημοκράτες, ρεβιζιονιστές, τροτσκιστές και οπορτουνιστές κάθε απόχρωσης, προκαλώντας σκόπιμα σύγχυση ανάμεσα στο ρεβιζιονισμό και τη μαρξιστική–λενινιστική κατεύθυνση στο εθνικό ζήτημα, προσπάθησαν να εμφανίσουν την ΕΣΣΔ του Λένιν και του Στάλιν ως χώρα όπου παραβιάζονταν βάναυσα τα εθνικά δικαιώματα των λαών. Κι όμως, αυτή η ΕΣΣΔ πέρασε μέσα από τη φωτιά των εξωτερικών επεμβάσεων, της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και της χιτλερικής επίθεσης στις δεκαετίες του ‘20, του ‘30 και του ‘40, χωρίς ποτέ κανείς να μπορέσει να δημιουργήσει σοβαρά ρήγματα στην εσωτερική της συνοχή, ακριβώς γιατί, παρά τις όποιες αδυναμίες και αντιθέσεις, είχε πραγματικά ανοίξει το δρόμο όχι απλώς για την ισότιμη συμβίωση, αλλά για τη συγχώνευση των πολυάριθμων εθνών και εθνοτήτων της, καθώς και ελπιδοφόρα σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική για τους λαούς της. Αποτελούσε έμπνευση και παράδειγμα για όλα τα καταπιεζόμενα έθνη και τους λαούς στον κόσμο. Αντίθετα, η ΕΣΣΔ των Χρουστσόφ, Μπρέζνιεφ και Γκορμπατσόφ, έχοντας προδώσει τη μαρξιστική-λενινιστική κατεύθυνση με την εσωτερική και την εξωτερική της πολιτική, διαλύθηκε μέσα σε μια νύχτα κάτω από το βάρος του εθνικισμού και της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, χωρίς την άμεση άσκηση εξωτερικής βίας.

Ποια είναι όμως η συγκεκριμένη πολιτική πρακτική των ιμπεριαλιστών, που κάνουν τόσο θόρυβο στις μέρες μας για τα "ανθρώπινα δικαιώματα", για το "σεβασμό των εθνών και των μειονοτήτων", για την "αυτοδιάθεση των λαών", την ίδια ώρα που εντείνουν την αδίστακτη οικονομική τους εκμετάλλευση και λεηλασία; Χωρίς να αναφερθούμε σε παλιότερες εποχές, αλλά μονάχα στα πιο πρόσφατα γεγονότα, η πρακτική αυτή δεν είναι άλλη:

·Από τους πολέμους που εξαπέλυσαν με τη γενοκτονία του λαού στο Ιράκ, με τις στρατιωτικές επεμβάσεις τους στη Γρανάδα, στον Παναμά και στη Σομαλία.

·Από τη στήριξη που παρέχουν στην τουρκική στρατοκρατία και στο σιωνιστικό Ισραήλ για να διασφαλίσουν τη "διεθνή ιδιοκτησία" (δηλαδή τη δική τους) στα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής, από την άρνηση τους ν’ αναγνωρίσουν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των Κούρδων, την απαίτηση των Παλαιστίνιων να αποκτήσουν πατρίδα, της Κύπρου να ζήσει ενιαία, κυρίαρχη, ανεξάρτητη, εδαφικά ακέραιη και χωρίς ξένα στρατεύματα κατοχής.

·Από τον κυνισμό και την υποκρισία τους χωρίς όρια όταν, την ώρα που αυτοί συγκροτούν τις υπερεθνικές ιμπεριαλιστικές τους ενώσεις Ε. Ε., ΝΑFΤΑ, ΑΡΕC, ΝΑΤΟ κ.λπ., υποδαυλίζουν τον εθνικισμό, το σωβινισμό, το θρησκευτικό φονταμενταλισμό και κάθε είδους αποσχιστικά κινήματα, για να διαμελίσουν την πρώην ΕΣΣΔ και τη Γιουγκοσλαβία, για να κατασκευάσουν ανύπαρκτα "έθνη" όπως στη Βοσνία, για να υποκινήσουν τις διαμάχες και τις αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα στους Τάταρους και τους Ουζμπέκους, στους Αζέρους και τους Αρμένιους, για να διεκδικήσουν από τους μεγαλορώσους σωβινιστές το Αζερμπαϊτζάν και την Τσετσενία, τα πετρέλαια της Κασπίας και του Καυκάσου. Υποκινούν τις φυλετικές αντιθέσεις και τη συνείδηση της κάστας για να πνίξουν στο αίμα τους λαούς στη Ρουάντα, στο Μπουρούντι, για να σκορπίσουν τη σύγχυση και σ’ άλλες περιοχές της γης στην Ασία ή τη Λατινική Αμερική, που διεκδικεί η μια ή η άλλη μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη.

·Τέλος, από το γεγονός ότι και μέσα στις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές χώρες ξανασηκώνουν κεφάλι ο φασισμός και ο ρατσισμός, οργανώνοντας πογκρόμ ενάντια σε μαύρους και ισπανόφωνους στην Αμερική, ενάντια στους ξένους εργάτες στην Ευρώπη. Την ίδια ώρα που δυναμώνουν οι εθνικιστικές αντιθέσεις ανάμεσα σε Φλαμανδούς και Βαλόνους, Βόρειους και Νότιους Ιταλούς, ενώ παραμένουν άλυτα εθνικά ζητήματα όπως της Ιρλανδίας, των Βάσκων, κ.λπ.

Είναι φανερό ότι βρισκόμαστε μπροστά στην ολοκληρωτική χρεοκοπία της αστικής αντίληψης και πρακτικής στο εθνικό ζήτημα. Και γίνεται ακόμα ξεκάθαρο ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί πια να λυθεί στις μέρες μας παρά μονάχα σε αντίθεση με την ιμπεριαλιστική "παγκοσμιοποίηση" και τον αστικό εθνικισμό, ως τμήμα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης.

Κι αυτό γιατί "Ο Ιμπεριαλισμός είναι η εποχή της προοδευτικής αύξησης της καταπίεσης των εθνών όλου του κόσμου από μια χούφτα "μεγάλες δυνάμεις" και γι’ αυτό ο αγώνας για τη διεθνή σοσιαλιστική επανάσταση ενάντια στον ιμπεριαλισμό δεν είναι δυνατός χωρίς την αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των εθνών" (Λένιν: "Σοσιαλισμός και Πόλεμος").

Ακόμα γιατί μόνο "Στο βαθμό που θα καταργείται η εκμετάλλευση του ενός ατόμου από το άλλο, θα καταργείται και η εκμετάλλευση του ενός έθνους από το άλλο. Μαζί με την εξάλειψη της αντίθεσης των τάξεων στο εσωτερικό των εθνών, εξαλείφεται η εχθρική στάση των εθνών μεταξύ τους" (Κ. Μαρξ- Φ. Ένγκελς: "Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος").

Δεν υπάρχει άλλη κοινωνική δύναμη από την εργατική τάξη και το Κομμουνιστικό της Κόμμα που να στρέφονται ενάντια σε κάθε μορφής εθνική καταπίεση και που να μπορούν ν’ ανοίξουν το δρόμο για το οριστικό τέλος του μίσους και των πολέμων μεταξύ των εθνών, γιατί μόνο το δικό τους Πρόγραμμα επιτάσσει "Πλέρια ισοτιμία των εθνών, δικαίωμα για αυτοδιάθεση των εθνών, συγχώνευση των εργατών όλων των εθνών" και διακηρύσσει ρητά "Πάλη ενάντια στα προνόμια και τη βία του έθνους που καταπιέζει και καμιά ανοχή της επιδίωξης προνομίων από μέρους του καταπιεζόμενου έθνους" (Λένιν: "Για το δικαίωμα Αυτοδιάθεσης των Εθνών")

 

Ακόμα και σε αντιπαράθεση με τις σημερινές ιμπεριαλιστικές "ολοκληρώσεις" που επιδιώκουν την ισοπέδωση των εθνών και των πολιτισμών τους, καθώς και ορισμένων "αριστερών διεθνιστών" που δεν μπορούν να καταλάβουν τη σημασία του εθνικού ζητήματος, ο μαρξισμός-λενινισμός έχει υπογραμμίσει ότι οι εθνικές διαφορές "θα διατηρούνται παρά πολύν καιρό ακόμα και ύστερα από την πραγματοποίηση της δικτατορίας του προλεταριάτου σε παγκόσμια κλίμακα" (Λένιν: "Ο Αριστερισμός Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού"). Και ότι, "Αν προσπαθούσε κανείς να εφαρμόσει τη συγχώνευση των εθνών με διατάγματα εκ των άνω, με εξαναγκασμό, θα σήμαινε ότι αυτός μεταβάλλεται σε παιχνιδάκι στα χέρια των ιμπεριαλιστών, πνίγει την υπόθεση της απελευθέρωσης των εθνών, θάβει την υπόθεση της οργάνωσης της συνεργασίας και της αδελφότητας των εθνών. Η τέτοια πολιτική θα ‘ταν ισοδύναμη με την πολιτική της αφομοίωσης" (Στάλιν: "Το εθνικό Ζήτημα και ο Λενινισμός"). Στο ίδιο πνεύμα ο Μάο Τσετούνγκ έλεγε: "ο διαχωρισμός του διεθνούς περιεχόμενου και της εθνικής μορφής είναι πρακτική αυτών που δεν καταλαβαίνουν λέξη από διεθνισμό". ("Ο Ρόλος του ΚΚΚ στον Εθνικό Αγώνα").

Η εργατική τάξη και οι κομμουνιστές μπορούν και πρέπει να έχουν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους γιατί η ιδεολογία και το πρόγραμμά τους απηχεί τις βαθύτερες αγωνίες, τις ελπίδες και τις αναζητήσεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των καταπιεζόμενων λαών της γης. Χωρίς να υποτιμούμε τακτικά, αλλά και χωρίς να φοβόμαστε στρατηγικά την παγκόσμια αντίδραση, ας θυμηθούμε τα παρακάτω λόγια:

«Έχω πει ότι όλοι οι φαινομενικά πανίσχυροι αντιδραστικοί δεν είναι παρά χάρτινες τίγρεις. Η αιτία είναι ότι βρίσκονται σε διάσταση με τους λαούς. Κοιτάξτε! Δεν ήταν ο Χίτλερ μια χάρτινη τίγρη; Δεν ανατράπηκε ο Χίτλερ; Είπα επίσης ότι ο τσάρος της Ρωσίας, ο αυτοκράτορας της Κίνας και ο γιαπωνέζικος ιμπεριαλισμός ήταν όλοι τους χάρτινες τίγρεις. Όπως ξέρουμε, ανατράπηκαν όλοι. Ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ δεν έχει ακόμα ανατραπεί και έχει την ατομική βόμβα. Πιστεύω ότι και αυτός θα ανατραπεί. Και αυτός είναι μια χάρτινη τίγρη" (Μάο Τσετούνγκ: "Λόγος στη Συνάντηση Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων στη Μόσχα").

 

"ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ, ΚΑΤΑΠΙΕΖΟΜΕΝΟΙ ΛΑΟΙ ΚΑΙ ΕΘΝΗ ΕΝΩΘΕΙΤΕ"

Συνοψίζοντας όσα είπαμε ως τώρα, έχουμε να διαπιστώσουμε ότι η βαθιά δομική κρίση που χαρακτηρίζει το σύγχρονο μονοπωλιακό καπιταλισμό, με τον όλο και πιο έντονο ανταγωνισμό ανάμεσα στα υπερεθνικά μονοπώλια και στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, με την αδυσώπητη επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη, τους λαούς, τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις τους, με την τεράστια δύναμη που του δίνει ο έλεγχος των επιτεύξεων της επιστήμης και της τεχνολογίας, η κρίση αυτή δεν είναι δυνατό να ξεπεραστεί από τον καπιταλισμό, χωρίς εξαιρετικά επώδυνες και καταστροφικές επιπτώσεις για την ανθρωπότητα, για το περιβάλλον, για τον ίδιο τον πολιτισμό στον πλανήτη.

Η ίδια η καθημερινή εμπειρία των εργαζομένων αποδείχνει ότι η φύση του καπιταλισμού δεν έχει αλλάξει ούτε στο ελάχιστο και ότι είναι ψέμα πως βρισκόμαστε πέρα από την εποχή του ιμπεριαλισμού και των προλεταριακών επαναστάσεων. Είναι αλήθεια ότι οι συσχετισμοί είναι σήμερα αρνητικοί για το διεθνές επαναστατικό και κομμουνιστικό κίνημα. Ωστόσο η αλαζονεία και η επιθετικότητα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των υπερεθνικών μονοπωλίων, η αρπακτικότητα της ιμπεριαλιστικής "παγκοσμιοποίησης", η διάψευση των υποσχέσεων για "διαρκή ειρήνη", "κοινωνική ευημερία" και "ανθρώπινα δικαιώματα" πριν και μετά την κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού", όλ’ αυτά ξαναγεννούν από την τέφρα τους τις αγωνιστικές διαθέσεις της εργατικής τάξης των καταπιεζόμενων εθνών και των λαών σ’ όλο τον κόσμο.

Σ’ όλο τον ευρωπαϊκό χώρο η εργατική τάξη γυρίζει σήμερα την πλάτη στα "σταθεροποιητικά προγράμματα", στην "ανταγωνιστικότητα" και στην "ανάπτυξη" στους όρους του Μάαστριχτ και διεκδικεί μαχητικά τα δικαιώματα της, συχνά παρά τη θέληση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Για την επιτυχία των αμυντικών διεκδικητικών της στόχων είναι ανάγκη να ανατραπούν τα σχέδια για υπονόμευση και χειραγώγηση του εργατικού κινήματος με "παραχωρήσεις" του τύπου "35ωρο με μειωμένες αποδοχές" ή "35ωρο, αλλά κατεδάφιση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων και γενίκευση της μερικής απασχόλησης". Αντίθετα, οι διεκδικήσεις των εργαζομένων ενάντια στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα σήμερα πάνε "πακέτο":

·Για την ανατροπή των προγραμμάτων "σταθεροποίησης". Για την αποφασιστική μείωση του εργάσιμου χρόνου χωρίς μείωση των αποδοχών. Για αύξηση στους μισθούς και στα μεροκάματα σύμφωνα με τις ανάγκες της εργατικής οικογένειας. Για πλήρη απασχόληση και ασφαλιστική κάλυψη και για κατάργηση της μερικής απασχόλησης και της επισφαλούς εργασίας. Για υπεράσπιση και διεύρυνση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και για κάλυψη των ελλειμμάτων των ασφαλιστικών ταμείων από αυτούς που τα δημιούργησαν, δηλαδή τις κυβερνήσεις και το μεγάλο κεφάλαιο. Όχι στις ιδιωτικοποιήσεις, στις απολύσεις και στην ανεργία. Επίδομα ανεργίας ίσο με το 80% του μισθού μέχρι την επανένταξη στην παραγωγή.

·Τα συνδικάτα στα χέρια των εργαζομένων. Κάτω τα χέρια από το δικαίωμα στην απεργία και από τις ελεύθερες συλλογικές συμβάσεις. Ίσο δικαιώματα και ίσοι μισθοί για ντόπιους και ξένους εργάτες.

·Όλοι οι εργαζόμενοι και οι λαοί της Ευρώπης πρέπει σήμερα να αναπτύξουν και να συντονίσουν την πάλη τους ενάντια στο φασισμό και το ρατσισμό, που προσπαθούν να ξανασηκώσουν κεφάλι. Ενάντια στη "Συνθήκη του Schengen", το "Φρούριο Ευρώπη", την ενοποίηση και ενίσχυση των ευρωπαϊκών μηχανισμών καταστολής και κρατικής τρομοκρατίας. Καμιά συμμετοχή σε "ειρηνευτικές" ιμπεριαλιστικές αποστολές, άμεση διάλυση του ΝΑΤΟ, όχι στη στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης.

·Ακόμα πιο σημαντική από την προώθηση των επί μέρους συνδικαλιστικών και πολιτικών διεκδικήσεων, που οι ιμπεριαλιστές δεν πρόκειται να παραχωρήσουν αν δεν αναγκαστούν, είναι η απόσπαση των εργαζομένων από την επιρροή της αστικής τάξης. Το ξεσκέπασμα της "κεντροαριστεράς" και της σοσιαλδημοκρατίας, των πάλαι ποτέ "κοινωνικά ευαίσθητων" δυνάμεων της "αλλαγής", που εξαπάτησαν με τον πιο αδίστακτο τρόπο τους εργαζόμενους και που σήμερα αποκαλύπτονται οι πιο κυνικοί υπηρέτες των νεοφιλελεύθερων επιλογών της "παγκοσμιοποίησης" και του υπερεθνικού κεφαλαίου. Είναι η ανάπτυξη και σταθεροποίηση του πολιτικού, του επαναστατικού κινήματος της εργατικής τάξης και η ανασυγκρότηση των επαναστατικών Κομμουνιστικών της Κομμάτων ενάντια στο ρεφορμιστικό και ρεβιζιονιστικό εκφυλισμό του κομμουνιστικού κινήματος. Και επειδή στις σημερινές συνθήκες είναι πολύ αμφίβολη η διατήρηση δομών και δικαιωμάτων με τη μορφή που είχαν μέχρι σήμερα, γι’ αυτό και η διαπαιδαγώγηση και συσπείρωση των εργαζομένων στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού πρέπει να βρίσκεται σήμερα ακόμα πιο ψηλά στην ημερήσια διάταξη της καθημερινής μας πάλης, ως προϋπόθεση και γι’ αυτήν ακόμα την υπεράσπιση κα. διεύρυνση των κεκτημένων.

·Η διεθνιστική αλληλεγγύη αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο σημαντικά όπλα των εργαζομένων για την απόκρουση της επίθεσης των υπερεθνικών μονοπωλίων. Ωστόσο, όχι μόνο στο πολιτικό αλλά και στο διεκδικητικό τους κίνημα είναι ανάγκη να αποκαλύψουμε όλες εκείνες τις δεξιές, ρεφορμιστικές, κοσμοπολιτκές, καθώς και κάποιες "αριστερές διεθνιστικές", τροτσκιστικές και οπορτουνιστικές απόψεις που, στο όνομα του "διεθνούς συντονισμού" και της "διεθνούς ταξικής πάλης" θεωρούν αδύνατη, χωρίς σημασία και προοπτική την πάλη σε εθνικά πλαίσια. Αντίθετα, εμείς πιστεύουμε ότι ενώ πρέπει να σκεφτόμαστε παγκόσμια, πρέπει κάθε φορά να δρούμε σύμφωνα με τις συγκεκριμένες συνθήκες και τις δυνατότητες της χώρας μας. Αυτό έκαναν πρόσφατα και οι εργάτες της Γαλλίας, του Βελγίου, της Γερμανίας κ.λπ., αυτό έκαναν και οι Έλληνες φτωχομεσαίοι αγρότες και καθηγητές, ξεσηκώνοντας, με την πάλη τους ενάντια στην δική τους αστική τάξη, όχι μόνο την αλληλεγγύη των συμπατριωτών τους αλλά και την αλληλεγγύη των εργαζομένων σε διεθνή κλίμακα. Αυτό υποστήριζαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς όταν έλεγαν: "Η πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, αν όχι στο περιεχόμενο, στη μορφή, είναι στην αρχή εθνική. Φυσικά το προλεταριάτο κάθε χώρας πρέπει να ξεμπερδέψει πριν από όλα με τη δική του αστική τάξη».

·Ακόμα περισσότερο αυτό εφάρμοσαν ο Λένιν, ο Στάλιν, ο Μάο Τσετούνγκ και άλλοι μεγάλοι προλετάριοι ηγέτες, στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού, ενάντια στις τροτσκιστικές θεωρίες για ταυτόχρονη παγκόσμια επανάσταση, με το τσάκισμα κάθε φορά του "αδύνατου κρίκου" στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, τη νίκη της επανάστασης και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη χώρα τους, που έφερε μαζί της το φούντωμα του επαναστατικού και κομμουνιστικού κινήματος σ’ όλο τον κόσμο.

·Τα υπερεθνικά μονοπώλια και η ιμπεριαλιστική "παγκοσμιοποίηση" φέρνουν σήμερα πιο κοντά τους εργαζόμενους, τα καταπιεζόμενα έθνη και τους λαούς. Επιβάλλουν όχι απλώς την αλληλεγγύη αλλά και το συντονισμό, την από κοινού ανάπτυξη του αγώνα τους, για να πάρουν αυτοί τις τύχες τους στα χέρια τους, καθώς και τη διαχείριση των κολοσσιαίων σήμερα παραγωγικών δυνατοτήτων σε κάθε χώρα ξεχωριστά και παγκόσμια. Για να εξαφανίσουν την πείνα, την εξαθλίωση, τη μισαλλοδοξία και την εθνικιστική βαρβαρότητα, το φασισμό το ρατσισμό και τον πόλεμο. Για να επιβάλουν την διάλυση των διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών ΝΑΤΟ, ΝΑFΤΑ, Ε. Ε., ΑΡΕC, Δ.Ν.Τ., ΠΟΕ κ.λπ. Για να ματαιώσουν τα κοσμοκρατορικά σχέδια της αμερικάνικης υπερδύναμης και κάθε άλλου επίδοξου ηγεμόνα και δυνάστη των λαών.

·Από τις πρώτες προτεραιότητες στους αγώνες των εργαζομένων, είναι η ανάπτυξη της διεθνιστικής αλληλεγγύης και συμπαράστασης στους αγώνες των λαών του τρίτου κόσμου. Ιδιαίτερα εκείνων των λαών που αγωνίζονται με το όπλο στο χέρι ενάντια στις ιμπεριαλιστικές μηχανορραφίες και επεμβάσεις, καθώς και ενάντια στα ξενόδουλα νεοαποικιακά και μισοφεουδαρχικά καθεστώτα των χωρών τους. Κάθε νίκη αυτών των λαών είναι κι από ένα σοβαρό πλήγμα στο διεθνή ιμπεριαλισμό, αποτελεί ενθάρρυνση και ελπίδα για τους επαναστατικούς αγώνες της παγκόσμιας εργατικής τάξης.

Ογδόντα χρόνια από τη Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση που συγκλόνισε τον 20ό αιώνα και έδωσε το παράδειγμα για σειρά εθνικοαπελευθερωτικών και προλεταριακών επαναστάσεων χαράζοντας το δρόμο για την οριστική απελευθέρωση όλων των θυμάτων καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Παρά τις προδοσίες, τις ήττες και τα πισωγυρίσματα, οι κομμουνιστές σ’ όλο τον κόσμο, οι εργάτες, τα καταπιεζόμενα έθνη και οι λαοί ανασυγκροτούν τις δυνάμεις και συνεχίζουν τους αγώνες τους. Οπλισμένοι με την τεράστια πείρα των προλεταριακών επαναστάσεων του αιώνα που τελειώνει, μπροστά στη βαθιά και καταστροφική κρίση που συγκλονίζει σήμερα το παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, αλλά και μπροστά στις πρωτοφανέρωτες παραγωγικές και δημιουργικές δυνατότητες της σύγχρονης εποχής, καλούνται να παραμερίσουν όλες εκείνες τις αντιδραστικές μυθολογίες που άλλο σκοπό δεν έχουν από το να εμποδίσουν την κοινωνική επανάσταση. Και να γράψουν στη διάρκεια του 21ού αιώνα το τέλος της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και της "προϊστορίας" του ανθρώπινου πολιτισμού, την οριστική νίκη του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού σ’ όλο τον κόσμο. Ας ετοιμαστούμε για τις μεγάλες ταξικές συγκρούσεις που έρχονται, για να βάλουμε φραγμό στα σχέδια του ιμπεριαλισμού, του φασισμού και της αντίδρασης. Τις ψηλότερες κορφές της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης, της κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης όσων υφίστανται εκμετάλλευση και καταπίεση, η ανθρωπότητα δεν τις έχει γνωρίσει ακόμα.

 

Άρθρο από το «Κόκκινο Δελτίο» Νο 1, Νοέμβρης 1997

το νέο site...

Για πρόσβαση στο παλιό site πατήστε εδώ:

Το site μας είναι υπο κατασκευή. Our site is under construction

σας αρέσει η νέα μας εμφάνιση;