«ΠρΑσινη ΑνΑπτυξη»

Επικίνδυνα παιγνίδια

με το περιβάλλον και την αγροτική παραγωγή

του Ανδρέα Πλουμή 

Με βάση το προεκλογικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ, αλλά και τις δηλώσεις υπουργών και στελεχών του, τόσο πριν, όσο και μετά τις εκλογές, βασικός πυλώνας της πολιτικής του είναι η «Πράσινη Ανάπτυξη». Τρείς είναι σύμφωνα με το πρόγραμμα οι μεγάλες προτεραιότητες:

«1η προτεραιότητα: Κλίμα και Ενέργεια. …που θα βασίζεται στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), στην εξοικονόμηση ενέργειας, στη διαχείριση της ενεργειακής ζήτησης. 2η προτεραιότητα: Η πρόκληση της αναδιάρθρωσης. Αλλαγές σε συστήματα παραγωγής και κατανάλωσης. Ασφάλεια και ποιότητα στα αγροτικά προϊόντα. Στον τουρισμό, διεύρυνση και αναβάθμιση των υπηρεσιών που προσφέρονται. ‘Πράσινο Επιχειρείν’-… 3η προτεραιότητα: Οικονομία στους φυσικούς πόρους και πράσινες υποδομές». Όλα αυτά διανθισμένα με άφθονη οικολογική ευαισθησία, ενδιαφέρον για τον άνθρωπο και τη φύση («… οφείλουμε να υιοθετήσουμε ένα νέο πρότυπο ανάπτυξης για τη χώρα που υπηρετεί τον άνθρωπο και τις πραγματικές του ανάγκες»), καμιά νύξη για τους εργαζόμενους, την αμοιβή της εργασίας και το μέλλον των εργασιακών σχέσεων, νεφελώδεις υποσχέσεις προς τους αγρότες, που καταλήγουν σε ανεκπλήρωτα θα ή παραπέμπονται στις ελληνικές καλένδες, αλλά και πολύ συγκεκριμένες δεσμεύσεις στο κεφάλαιο, για το οποίο ανοίγεται νέο πεδίο δόξης λαμπρό και προπάντων «πράσινο» (π.χ. «Ταμείο Ήπιων μορφών Ενέργειας» με τη συνεργασία της ΔΕΗ, του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και επενδυτών, για να προωθηθεί η ανάπτυξη εθνικής βιομηχανίας ΑΠΕ και η μαζική διείσδυση τους στο ενεργειακό μας ισοζύγιο…)

 Η «Πράσινη Ανάπτυξη» του ΠΑΣΟΚ όσον αφορά τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία ακολουθεί την ίδια πολιτική που έχουμε γνωρίσει μέχρι σήμερα μαζί με τα αποτελέσματά της. Μια πολιτική που με όχημα τις διεθνείς αγορές, παραδίδει τους μικρομεσαίους αγρότες βορά στις ορέξεις των μεγαλοβιομήχανων και μεγαλέμπορων. Που προσπαθεί να μας πείσει ότι θα αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση, αποτέλεσμα της δράσης των δυνάμεων της καπιταλιστικής αγοράς, διεθνούς και εγχώριας, με ισχυρές δόσεις αγοράς.

Τα «…Ασφαλή πιστοποιημένα και επώνυμα τρόφιμα με ολοκληρωμένο σύστημα παραγωγής…», καθώς και τα πιστοποιημένα βιολογικά αγροτικά προϊόντα, παράγονται με αυξημένο κόστος, με φάρμακα και λιπάσματα δύο και τρεις φορές ακριβότερα από τα συμβατικά. Χωρίς τη διασφάλιση για τον παραγωγό μιας κατώτερης εγγυημένης τιμής, που θα καλύπτει το κόστος παραγωγής και στοιχειωδώς τους όρους της διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του, ολοένα και περισσότερο θα μετατρέπονται σε θηλιά γύρω από το λαιμό του, που θα τη σφίγγουν διαδοχικά οι εμποροβιομήχανοι, οι τράπεζες και λοιποί καλοθελητές. Πώς όμως είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί μια κατώτατη τέτοια τιμή, την οποία θα καλούνται οι εμποροβιομήχανοι να καταβάλλουν και όχι να συμπληρώνει το κράτος τη διαφορά, πράγμα που θα ενέτεινε την ασυδοσία τους και θα φόρτωνε τα βάρη και πάλι στις πλατιές λαϊκές μάζες . Από την άλλη μεριά, μια γεωργία υψηλού κόστους και υψηλών τιμών καταναλωτή, που απευθύνεται για την κατανάλωση σε μειοψηφικές ομάδες του πληθυσμού (μεσαία και άνω εισοδήματα), παράγει και όλους τους όρους για την αυτοκαταστροφή της, γιατί αφήνει ανοιχτό το δρόμο σε αθρόες εισαγωγές φθηνών και κακής ποιότητας τροφίμων για τη λαϊκή κατανάλωση, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να συναγωνιστεί (ποσότητα, τιμές κ.λπ).

Το βασικό ερώτημα βέβαια είναι αν μπορεί να υπάρξει μια οποιουδήποτε είδους «πράσινη ανάπτυξη» στη γεωργία που να σέβεται, να υπηρετεί, όπως διατείνεται το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ, τη φύση και τον άνθρωπο, στις σημερινές συνθήκες κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού, σε μια καπιταλιστική παγκοσμιοποιημένη αγορά όπου το 80% της παραγωγής, διακίνησης και εμπορίας των αγροτικών προϊόντων ελέγχεται από μια χούφτα πολυεθνικές επιχειρήσεις και η κοινωνία είναι πλήρως αποκομμένη από τη διαδικασία της παραγωγής, χωρίς καμιά παρέμβαση στο τι, πώς και πόσο παράγουμε και οι πραγματικές κοινωνικές ανάγκες ικανοποιούνται σαν εξατομικευμένες ανάγκες ξεχωριστών καταναλωτών ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα του καθενός. Η απάντηση είναι ΟΧΙ. Δεν μπορεί κάτω από αυτές τις συνθήκες να υπάρξει τέτοια παραγωγή που να σέβεται τη φύση και τον άνθρωπο. Αντίθετα όσο συνεχίζει να υπάρχει αυτή η κατάσταση, η μοναδική πραγματικότητα θα είναι ότι το κεφάλαιο θα συνεχίζει να αντιμετωπίζει την ανθρώπινη εργασία και τη φύση σαν πεδία άσκησης της ανεξέλεγκτης εκμεταλλευτικής του δραστηριότητας. Προς τι λοιπόν οι θεωρίες περί «Πράσινης Ανάπτυξης», που σπεύδουν να ενστερνιστούν οι διάφοροι Οικολόγοι Πράσινοι, η σοσιαλδημοκρατία και η παραδοσιακή δεξιά (Βλ. άρθρο του Κυρ. Μητσοτάκη στον Economist της Καθημερινής 25/10/2007, ομιλίες του Α. Σαμαρά κ.λπ.) και φλερτάρει μαζί της η ρεφορμιστική αριστερά (ΣΥ.ΡΙΖ.Α);

Για την ιστορία η «Πράσινη Ανάπτυξη» ως πολιτική έννοια έκανε την εμφάνιση της στις ΗΠΑ την εποχή της διακυβέρνησης Κλίντον και αποτέλεσε βασικό στοιχείο της προεκλογικής εκστρατείας του Ομπάμα. Εμπνευστής ο Μ. Τέιλορ, για χρόνια νομικός σύμβουλος της Monsanto (μεταλλαγμένα), σε επιτελική θέση στον Οργανισμό Τροφίμων (FDA) των ΗΠΑ επί πατρός Μπους, στο στενό και σκληρό πυρήνα των υποστηρικτών του Ομπάμα, αυτός που με απόκρυψη στοιχείων (44.000 σελίδες μελετών, που αποδείκνυαν την επικινδυνότητα των μεταλλαγμένων) και διάφορα τεχνάσματα κατόρθωσε να επιτραπεί η καλλιέργεια μεταλλαγμένων σπόρων τη δεκαετία του ’90. Ένα από τα πρώτα απτά στοιχεία για το τι σημαίνει «Πράσινη Ανάπτυξη» είναι και η αντικατάσταση καλλιεργειών που προορίζονταν για τρόφιμα, με τις λεγόμενες ενεργειακές καλλιέργειες ή ακόμα και την καλλιέργεια τροφίμων για παραγωγή βιοκαυσίμων. Μια πολιτική που ευθύνεται για την αύξηση της τιμής των σιτηρών παγκόσμια, που προκάλεσε διατροφικές κρίσεις στον Τρίτο Κόσμο και που έχει αποδειχθεί και πλήρως ανεπαρκής να αντιμετωπίσει, να μειώσει την εκπομπή ρύπων του φαινόμενου του θερμοκηπίου, μιας και η παραγωγή βιοκαυσίμων απαιτεί περισσότερη ενέργεια και προκαλεί περισσότερους ρύπους από αυτούς που γλιτώνουμε κατά τη καύση τους.

Η «Πράσινη Ανάπτυξη» αποτελεί το ιδεολογικό περίβλημα για τα νέα εγκλήματα του κεφαλαίου κατά του περιβάλλοντος και της εργασίας. Ο σχεδιασμός απλός, φανερός και δηλωμένος. Μια νέα αναδιανομή, μέσω της φορολογίας, σε όφελος του μεγάλου κεφαλαίου. «Πράσινοι» φόροι από τη μια, που θα κληθούν να πληρώσουν οι φουκαράδες που έχουν π.χ. ένα παλιό Ι.Χ. και δεν μπορούν να το αλλάξουν ή η πλειονότητα των κατοίκων των χωριών και των πόλεων, που δεν διαθέτουν «ενεργειακά σπίτια» και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς, και από την άλλη οι «Πράσινες» επιδοτήσεις για εργοστάσια παραγωγής βιοκαυσίμων, φωτοβολταiκών κ.λπ. κ.λπ. και οι φοροαπαλλαγές (σ΄ αντίθεση με το φουκαρά με το παλιό Ι.Χ., ο διαθέτων υβριδικό αυτοκίνητο των 30 και άνω χιλιάδων ευρώ απαλλάσσεται από τα τέλη κυκλοφορίας).

Τα μέτρα για τους αγρότες, τα αυτονόητα, οι δεσμεύσεις και οι καλένδες

Το ΠΑΣΟΚ προγραμματικά δεσμεύεται για τα αυτονόητα. Για αυτά δηλαδή που είναι ούτως ή άλλως από τα στοιχειώδη καθήκοντα μιας κυβέρνησης και βαφτίζει προστασία του αγροτικού εισοδήματος τη «…συνεχή και αποτελεσματική διαπραγμάτευση υπέρ των συμφερόντων των Ελλήνων Αγροτών στα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. και στον Π.Ο.Ε. Για το ΠΑΣΟΚ αποτελεί προτεραιότητα η διαπραγμάτευση και η κατοχύρωση της χρηματοδότησης του αγροτικού τομέα στη μετά το 2013 εποχή», χωρίς να αναφέρεται σε κανένα άλλο μέτρο για την προστασία του πολύπαθου αγροτικού εισοδήματος. Την εντατικοποίηση των ελέγχων στην αγορά «… για τη ριζική αντιμετώπιση των ελληνοποιήσεων γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων και το χτύπημα των καρτέλ», όμως θέλει να αγνοεί τις δεκάδες περιπτώσεις των νόμιμων ελληνοποιήσεων με νόμους τόσο του ίδιου του ΠΑΣΟΚ όσο και της ΝΔ.

Οι υπόλοιπες δεσμεύσεις του, που δεν είναι αυτονόητες, παραπέμπονται στις καλένδες, όπως η αύξηση των Δημοσίων Επενδύσεων, αφού με το καλημέρα στον Προϋπολογισμό του 2010 μειώνονται τα κονδύλια για τη γεωργία κατά 3%, η αύξηση των συντάξεων είναι μόλις 30 ευρώ το μήνα, δηλαδή η σύνταξη του αγρότη και της αγρότισσας διαμορφώνεται μόλις στα 380 ευρώ μηνιαία και υπολείπεται της δέσμευσης των 550 ευρώ κατά 170 ευρώ.

Άλλη μια φορά αντιμετωπίζονται οι συνεταιρισμοί σαν «…εργαλείο και μοχλός» άσκη-σης πολιτικής από τις κυβερνήσεις. Η αύξηση της επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης (ΕΦΚ) στο πετρέλαιο δεν ανταποκρίνεται ούτε στο ελάχιστο στα αιτήματα των αγροτών για απαλλαγή τους, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τους εφοπλιστές, από την καταβολή του ΕΦΚ στο αγροτικό πετρέλαιο, ενώ δεν διευκρινίζεται σε ποιους θα αυξηθεί η επιστροφή, μιας και το προηγούμενο της ΝΔ ήταν ο διαχωρισμός ανάμεσα στους κατά κύριο και μη κύριο επάγγελμα αγρότες. Κάποιοι καρεκλοκένταυροι των υπουργείων σκέφτηκαν ότι για τα ίδια προϊόντα, για τα ίδια καλλιεργούμενα στρέμματα και για τις ίδιες ποσότητες παραγωγής, οι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες ξοδεύουν περισσότερο πετρέλαιο από τους άλλους. Ούτε κουβέντα για επιδότηση του φυτικού και ζωικού κεφαλαίου.

Οι Έλληνες αγρότες δεν έχουν τίποτα να περιμένουν από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου. Τίποτε δεν τους έχει χαριστεί ως τα τώρα, με καμιά κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ. Ό,τι κέρδισαν και ό,τι κερδίσουν, θα το κερδίσουν με τους δικούς τους αγώνες, σε ρήξη με την πολιτική της ΕΕ, της ΚΑΠ, του ΠΟΕ, σε αντιπαράθεση και ρήξη με τους μεγαλοβιομήχανους και μεγαλέμπορους και μεγαλοαγρότες. Αυτό που έχουν ανάγκη είναι η αναγέννηση και ανασυγκρότηση του αγροτικού συνδικαλιστικού και συνεταιριστικού κινήματος. Η ολοένα και μεγαλύτερη συσπείρωση και συμμετοχή τους στις συνελεύσεις και στους αγώνες. Η απομόνωση των φερέφωνων των κυβερνητικών πολιτικών.

Πάνω απ΄ όλα είναι ανάγκη ΤΩΡΑ να ξεκινήσει η συζήτηση στους κόλπους της επαναστατικής ριζοσπαστικής αριστεράς για ένα αριστερό ριζοσπαστικό μέτωπο των δυνάμεων της, που θα μπορέσει να δώσει νέα πνοή στους αγώνες, να δείξει την προοπτική της ανατροπής του καπιταλισμού όχι ως κάτι απόμακρο και ουτοπικό, αλλά ως προοπτική και φυσική συνέπεια των σημερινών αγώνων.

Στη νέα «Πράσινη» καταιγίδα του κεφαλαίου θα πρέπει να απαντήσουμε με την προοπτική μιας κοινωνίας όπου οι άμεσοι παραγωγοί δεν θα είναι αποξενωμένοι από το προϊόν τους, που την παραγωγή, την ποιότητα και την ποσότητα δεν θα την καθορίζει το καπιταλιστικό κέρδος, αλλά οι δημοκρατικά καθορισμένες κοινωνικές ανάγκες, με σεβασμό στο περιβάλλον και στον άνθρωπο. Την προοπτική του Σοσιαλισμού.