Παραμένουν ακατάλυτα τα διδάγματα του Νοέμβρη

36 ολόκληρα χρόνια έχουν περάσει από κείνες τις μέρες της εξέγερσης του Νοέμβρη 1973. Νέες γενιές έχουν έρθει στο προσκήνιο που δεν έχουν ζήσει εκείνα τα γεγονότα κι όμως τα θεωρούν και δική τους ιστορία, επιδιώκουν να τα επαναλάβουν με τους δικούς τους Δεκέμβρηδες. Αυτό που αντίθετα βλέπουμε να σβήνει και να καταρρέει τελικά είναι οι διακηρύξεις όλα αυτά τα χρόνια των κάθε είδους παρακμασμένων για την «παρακμή του Πολυτεχνείου», είναι τα δικά τους ιδεολογήματα για τη θαυματουργή «αυτορρύθμιση των αγορών», για το θρίαμβο του συστήματος της εκμετάλλευσης και καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο, το οποίο συγκλονίζεται σήμερα από μια κρίση απρόβλεπτη γι’ αυτούς μέχρι την τελευταία στιγμή. Αντίθετα, για τη σημερινή νεολαία για την εργατική τάξη και το λαό, όπως έδειξε και η εξαιρετικά μαζική και μαχητική πορεία της 17/11/2009 στην αμερικάνικη πρεσβεία, ήταν και πάλι η ώρα για να τιμήσουν και να διδαχτούν από την επαναστατική πρωτοβουλία, την εξέγερση, τη θυσία που άνοιξε το δρόμο για την ανατροπή του χουντικού καθεστώτος.

Υπάρχουν διαφορές αλλά και ομοιότητες ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα. Η προδοσία των επαναστατικών παραδόσεων του κινήματος, η επικράτηση του ρεφορμισμού και η αναζήτηση ανύπαρκτων λύσεων στην ουρά του ενός η του άλλου αστικού κόμματος είχαν διευκολύνει την σχετικά εύκολη επικράτηση του φασιστικού καθεστώτος. Για αρκετά χρόνια μετά, με την ανοιχτή τρομοκρατία, τις μαζικές συλλήψεις, τις φυλακές και τα ξερονήσια, είχαν επικρατήσει φαινόμενα κάμψης και υποχώρησης του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Η κατάσταση άρχισε ν’ αλλάζει όχι μόνο γιατί υπήρξαν δυνάμεις μέσα από τη νεολαία και το λαό που αρνούνταν να συμβιβαστούν με το φασιστικό σκοτάδι και αναζητούσαν έμπνευση και αισιοδοξία από τις επαναστατικές παραδόσεις της λαού μας και τους επαναστατικούς αγώνες άλλων λαών, όπως ήταν τότε ο Μάης του ‘68, η κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση, οι αγώνες των λαών της Μ. Ανατολής και των λαών της Ινδοκίνας. Αλλά και γιατί νομοτελειακά, μέσα από την ίδια τη φύση και τις αντιφάσεις του ιμπεριαλιστικού – καπιταλιστικού συστήματος ξέσπασε η βαθιά δομική κρίση της δεκαετίας του ‘70, οξύνθηκαν οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, υποσκάφτηκε και οικονομικά το χουντικό καθεστώς. Στην ίδια την εξέγερση δεν οδήγησε μόνο το πάθος για Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία, για την ανατροπή της χούντας και της αμερικανοκρατίας, για τη Λαοκρατία όπως έλεγαν συχνά συνθήματα στους τοίχους, που έσβηναν μετά μανίας οι ρεφορμιστές. Την εξέγερση την όπλιζε και την τροφοδοτούσε ακόμα η νηφαλιότητα και η αυτοπεποίθηση που χαρακτηρίζει όσους αποφασίζουν πραγματικά να υπηρετήσουν την υπόθεση της κοινωνικής και πολιτικής απελευθέρωσης και σταματούν γι’ αυτό να υπερδιογκώνουν τις δυνάμεις του αντιπάλου, αλλά ανακαλύπτουν αντίθετα τα τρωτά και τις αδυναμίες του. Ο στόχος της ανατροπής της φασιστικής Χούντας δεν ήταν πια γι’ αυτούς «προβοκάτσια», αλλά χειροπιαστή αναγκαιότητα και δυνατότητα, που τους έδινε τη δύναμη και την ικανότητα να εξευτελίσουν όσα εμφανίζονταν τότε ως «εφικτά» και να υλοποιήσουν όσα θεωρούνταν «ουτοπία», τινάζοντας στον αέρα τα σχέδια για την ομαλοποίηση και στερέωση του χουντικού καθεστώτος.

Ωστόσο όλ’ αυτά αποτελούν ένα μέρος και μόνο της αλήθειας. Γιατί από την άλλη μεριά η εξέγερση εκείνη, ξεκινώντας από μια αυθεντική επαναστατική πρωτοβουλία όχι μόνο σχετικά ολιγάριθμων αλλά και κατακερματισμένων δυνάμεων, έθεσε αλλά και άφησε αναπάντητο μέχρι σήμερα το μεγάλο στρατηγικό ζήτημα, που δεν αφορά μόνο το αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα, αλλά το ίδιο το μέλλον της συντριπτικής κοινωνικής πλειοψηφίας, της εργατικής τάξης και των πλατιών λαϊκών μαζών. Την έλλειψη δηλαδή συγκροτημένης, σχετικά ολοκληρωμένης προγραμματικά και αξιόπιστης οργανωτικά έκφρασης του κόσμου της εργασίας, που δεν θα περιορίζεται μόνο στην αντίσταση και στην άρνηση της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, αλλά και θα μπορεί να χαράξει την πρόταση και το δρόμο για την ανατροπή της και για την άλλη κοινωνία, σύμφωνα με τους συγκεκριμένους συσχετισμούς στις δοσμένες συνθήκες. Αυτή την αδυναμία αξιοποίησσαν τότε οι δυνάμεις του ιμπεριαλισμού και του κεφαλαίου για να λεηλατήσουν και να καπηλευτούν τους αγώνες και τις θυσίες της λαϊκής εξέγερσης και να επιβάλουν τη δική τους μεταπολίτευση.

Σήμερα το παγκόσμιο καπιταλιστικό – ιμπεριαλιστικό σύστημα αντιμετωπίζει την κλιμάκωση της κρίσης σε ακόμα μεγαλύτερο βάθος και με πιο ανεξέλεγκτο τρόπο από ό,τι στη δεκαετία του ‘70 στον κόσμο και στη χώρα μας. Οι πρόσφατες εκλογές στην Ελλάδα δεν αποκάλυψαν μόνο την αυξανόμενη αναξιοπιστία του δικομματικού συστήματος με τη διόγκωση του ποσοστού της αποχής. Παρά τη μεγάλη διαφορά με την οποία αναδείχτηκε το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση εξαιτίας της κατάρρευσης της ΝΔ, έχουν αρχίσει κιόλας, ενάμιση μήνα μετά, να διαλύονται οι όποιες μικρές ελπίδες για τμήματα των εργαζομένων. Και το καινούργιο είναι ότι ο αστικός πολιτικός κόσμος πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια βρίσκεται χωρίς εναλλακτική λύση και πειστική προοπτική.

Ωστόσο, αν θέλουμε να αλλάξουν τα πράγματα, δεν αρκεί μόνο να αποκρούουμε την αναζήτηση του «μικρότερου κακού» και να κηρύσσουμε την εξέγερση απέναντι στη καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα. Θα πρέπει ακόμα να εξεγερθούμε αυτοκριτικά και απέναντι στις αδυναμίες της επαναστατικής Αριστεράς. Που όπως τότε έτσι και τώρα, παρά την καθοριστική της συνεισφορά σε αγωνιστικά ξεσπάσματα και εξεγέρσεις, έχει αφήσει άλλους να λεηλατούν και να καπηλεύονται λαϊκούς αγώνες και θυσίες. Γιατί δεν αναλαμβάνει ολόπλευρα τις ευθύνες της. Δορυφοροποιείται συχνά γύρω από ρεφορμιστικές «πιο μεγάλες» δυνάμεις. Δεν μπορεί να αποβάλει μικροαστικές αντιλήψεις σεχταρισμού και περιχαράκωσης, να δώσει προτεραιότητα στην αγωνιστική ενότητα της τάξης. Περιορίζεται σ’ ένα στείρο κινηματισμό που όσο ριζοσπαστικός κι αν είναι δεν μπορεί να ξεφύγει από τις προδιαγραφές του συστήματος. Επαναλαμβάνει πως «κάθε βήμα πραγματικού κινήματος έχει περισσότερη αξία από μια δωδεκάδα προγραμμάτων», ξεχνώντας ότι αναμασώντας τις λέξεις αυτές σε περίοδο θεωρητικής σύγχυσης, είναι σαν να φωνάζει σε μια κηδεία «πέντε – πέντε την ημέρα κι εκατό την εβδομάδα» («Τι να κάνουμε» - Λένιν). Παρακάμπτει την ανοιχτή και δημιουργική συζήτηση γύρω από κρίσιμα ζητήματα στρατηγικής και ιδεολογίας. Ενώ πλειοδοτεί σε επαναστατικά συνθήματα, αποφεύγει να θέσει συγκεκριμένα το ζήτημα της εξουσίας και της ανάγκης για ένα θεμελιωμένο σε επιστημονική ταξική ανάλυση και στους πραγματικούς συσχετισμούς μεταβατικό πρόγραμμα. Ξεχνώντας πως η εργατική τάξη δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει «τάξη για τον εαυτό της» χωρίς ηγεμονική πολιτική πρόταση, που να αφορά το σύνολο των σχέσεών της με τις άλλες τάξεις, τα εσωτερικά και εξωτερικά κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της χώρας.

Τ ιμώντας το φετινό Νοέμβρη, ας δώσουμε λοιπόν προτεραιότητα στο διάλογο και στην κοινή δράση και μέσα από το ελπιδοφόρο βήμα της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. Για τη συγκρότηση ενός σταθερού μετώπου των δυνάμεων της ριζοσπαστικής επαναστατικής αριστεράς, το μόνο που θα μπορέσει ν’ ανοίξει το δρόμο για την πολιτική ανασυγκρότηση της τάξης και την αναγέννηση του κομμουνιστικού της κινήματος, να θέσει αξιόπιστα το ζήτημα της ευρύτερης αριστερής ενότητας, της αγωνιστικής και ταξικής ενότητα των εργαζόμενων και της νεολαίας.

· ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ!

· ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ – ΤΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ!

Το Κόκκινο Δελτίο