Για τη σημερινή κατάσταση και τα καθήκοντα

της επαναστατικής αριστεράς

της Γαρυφαλλιάς Καπετανάκη

 

Η πιο συνηθισμένη φράση που ακούει κανείς τον τελευταίο καιρό στο χώρο μας είναι ότι η αριστερά βρίσκεται μπροστά στις μεγαλύτερες προκλήσεις των τελευταίων χρόνων ενώ ταυτόχρονα διαπιστώνεται η αναντιστοιχία της με τις απαιτήσεις των καιρών.

Είναι γεγονός πως ο καπιταλισμός πάντα δημιουργεί προκλήσεις για την αριστερά αλλά και ότι η συγκεκριμένη περίοδος που διανύουμε έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Από τη μια βιώνουμε σε παγκόσμιο επίπεδο την οικονομική κρίση, η οποία δεν άφησε αλώβητες τις χώρες με δήθεν «δυνατή» οικονομία, βιώνουμε επίσης σκληρή επίθεση στα εναπομείναντα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, ανεργία, αναδιάρθρωση στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση η οποία θα βαθύνει τους ταξικούς φραγμούς, έκρηξη του ρατσισμού, την πιο σκληρή επίθεση στα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες παράλληλα με την ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Από την άλλη, παρότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο ήττας και πολιτικοϊδεολογικής σύγχυσης μέσα στο εργατικό κίνημα μετά τις καταρρεύσεις του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, έχουμε κινήματα κι εξεγέρσεις σε όλη την Ευρώπη και όχι μόνο, για παράδειγμα μεγαλειώδεις απεργίες στη Γερμανία, Γαλλία και Ισπανία, διαδηλώσεις ενάντια στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση στην Ιταλία, Γαλλία, και το δικό μας Δεκέμβρη. Το ερώτημα που γεννάται είναι εάν όλα αυτά τα κινήματα με τα χαρακτηριστικά που έχουν και την τακτική που βάζουν οδηγούν στα αποτελέσματα που θα θέλαμε. Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε ώστε η αριστερά να κάνει επιτέλους «δύο βήματα μπροστά» και κανένα βήμα πίσω;

αποθέωση του αυθορμητισμού

Εξ αιτίας των πολιτικοϊδεολογικών κενών που διαπιστώνουμε βλέπουμε ότι στα κινήματα που προαναφέρθηκαν κυριαρχεί ο αυθορμητισμός. Η ριζοσπαστική αριστερά, τουλάχιστον στην Ελλάδα, σε πολλά από αυτά παίζει το ρόλο πρωτοπορίας, είναι αυτή που τα προκαλεί και τα προχωρά. Στη συνέχεια, όμως, δεν ακολουθείται η σωστή τακτική και στρατηγική με αποτέλεσμα να μην έχουμε απτές νίκες. Έχει, λοιπόν, ενδιαφέρον, να δούμε αυτό το ζήτημα με προσοχή. Οι σημερινές συνθήκες έχουν αρκετές ομοιότητες με εκείνες με τις οποίες καταπιάνεται ο Λένιν στο βιβλίο του « Τι να κάνουμε;»

Υπάρχει η άποψη που υποστηρίζει ότι όσο η καπιταλιστική εξέλιξη προχωρά, το προλεταριάτο αναγκάζεται να αποκτήσει σοσιαλιστική συνείδηση, δηλαδή αυτή εμφανίζεται ως αναγκαίο και άμεσο αποτέλεσμα της ταξικής πάλης. Προφανώς, γεννιούνται καταλληλότερες συνθήκες για τον αγώνα μας, αλλά ο καπιταλισμός δεν θα πέσει από μόνος του, ούτε θα πέσει με αυθόρμητα κινήματα. Θα πέσει μόνο αν υπάρξει εναλλακτική πολιτική πρόταση και η αντίστοιχη οργανωτική συγκρότηση της εργατικής τάξης. Για να φτάσουμε, όμως, ως εκεί πρέπει να ριζώσει στα μυαλά των εργαζομένων η σύγχρονη σοσιαλιστική συνείδηση, για την οποία δεν αρκεί το αυθόρμητο, αλλά απαιτείται βαθιά επιστημονική γνώση. Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατική πράξη. Γι’ αυτό και το ζήτημα της θεωρίας, το οποίο θα αναλυθεί παρακάτω, είναι κεφαλαιώδους σημασίας.

Το καθήκον των επαναστατών, λοιπόν, είναι να συγχωνευτούν με το προλεταριάτο και να συμβάλουν στην ανάπτυξη της επαναστατικής και της οργανωτικής του συγκρότησης. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, η επανάσταση θα είχε γίνει εδώ και χρόνια και τώρα θα ζούσαμε ευτυχισμένοι!

Αντίθετα η αυθόρμητη εξέλιξη του εργατικού κινήματος το τραβάει στην υποταγή του στην αστική ιδεολογία και στη γραμμή της μικρότερης αντίστασης. Όταν το αυθόρμητο δεν γίνεται συνειδητό και μάλιστα στην κατεύθυνση της κομμουνιστικής συνείδησης, λειτουργεί σα μια έκρηξη της δυσαρέσκειας που ισοδυναμεί με εκτόνωση και η εκτόνωση αυτή πάντα τελειώνει γρήγορα και οι περισσότεροι πάνε σπίτι τους. Με λίγα λόγια, τα αυθόρμητα ξεσπάσματα όπου και να συμβαίνουν είναι ενσωματώσιμα κι έχουν ημερομηνία λήξης.

Άλλωστε, η αστική ιδεολογία είναι ως προς τη δημιουργία της πολύ πιο παλιά από τη σοσιαλιστική και διαθέτει ασύγκριτα περισσότερα μέσα διάδοσης καθώς αυτή είναι η κυρίαρχη εξουσία. Όταν λοιπόν η εργατική τάξη δεν έχει αποκτήσει σοσιαλιστική συνείδηση, δεν νιώθει την ανάγκη να διεξαγάγει έναν αγώνα μέχρι τέλους, έναν αγώνα που θα ανατρέψει αυτό το σύστημα και θα περάσει από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας αλλά αρκείται σε μερικές μεταρρυθμίσεις, με μερικές βελτιώσεις οικονομικής φύσης, π.χ. αυξήσεις στους μισθούς και όχι κατάργηση της μισθωτής σκλαβιάς. Δεν είναι δυνατόν να πιστεύουμε ότι θα φτάσουμε στην επανάσταση δείχνοντας απλά και μόνο αλληλεγγύη στους επιμέρους αγώνες.

Το καθήκον που μπαίνει για εμάς είναι να εξηγούμε στους εργάτες την πολιτική τους καταπίεση και να αναδεικνύουμε την πηγή του κακού. Είναι ακόμη ανάγκη να μελετήσουμε τις σχέσεις της εργατικής τάξης με όλες τις υπόλοιπες τάξεις της κοινωνίας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας ώστε αυτή να μπορέσει να αναδειχθεί σε ηγεμονική πολιτική δύναμη. Πρέπει να αναλάβουμε την οργάνωση ενός ολόπλευρου πολιτικού ξεσκεπάσματος του καπιταλισμού. Για να είναι η συνείδηση της εργατικής τάξης πραγματικά πολιτική πρέπει οι εργαζόμενοι να μάθουν να απαντούν σε όλες χωρίς εξαίρεση της περιπτώσεις αυθαιρεσίας και καταπίεσης, οποιεσδήποτε τάξεις κι αν αφορούν οι περιπτώσεις αυτές και μάλιστα να απαντούν από τη σκοπιά της ανατροπής του καπιταλισμού.

Δυστυχώς, όμως, αυτό που ισχύει σήμερα είναι ότι πέρα από τις οικονομικές διεκδικήσεις και τις μεταρρυθμίσεις γίνονται εκδηλώσεις και πορείες π.χ. για την καταστολή, για τους μετανάστες, για την απόσυρση των αντιεκπαιδευτικών νόμων κ.λπ. Παρουσιάζονται, όμως, ως κάτι το ξεχωριστό και όχι ως πλευρά του ίδιου νομίσματος, δηλαδή ως αποτελέσματα της επίθεσης του καπιταλισμού. Για παράδειγμα κατά καιρούς δημιουργούνται διάφορες επιτροπές ανάλογα με ποιο θέμα είναι πιο επίκαιρο, π.χ. επιτροπές ενάντια στην ακρίβεια, ενάντια στο ρατσισμό κ.λπ. Η ίδια κατάσταση επικρατεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως στη Γερμανία, με κυρίαρχο θέμα το ρατσισμό και την άνοδο του ναζισμού. Όμως αυτή η κατάσταση δεν βοηθάει στο ολοκληρωτικό ξεσκέπασμα του καπιταλισμού που θα συντελούσε στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής συνείδησης.

Φυσικά, τα παραπάνω απορρέουν και από το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένας ενοποιητικός φορέας, λόγου χάρη ένα ισχυρό μέτωπο της ριζοσπαστικής αριστεράς ή ο λεγόμενος πόλος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς ή σε τελική ανάλυση μια οργάνωση επαναστατών που να μπορεί να ενοποιεί τα παραπάνω ζητήματα και μέσα από συζητήσεις και αναλύσεις να τα βαθαίνει ακόμα περισσότερο και να διαμορφώνει μια συνολική στρατηγική.

κριτική σε θέσεις

Γιατί, όμως, έχει δημιουργηθεί η παραπάνω κατάσταση που συνεπάγεται την ανεπάρκεια της αριστεράς; Έχει ενδιαφέρον να εστιάσει κανείς την προσοχή του στις διάφορες απόψεις που έχουν καθορίσει και την ανάλογη δράση συνιστωσών του χώρου μας.

Αυτό που παρατηρείται έντονα είναι η έλλειψη επαναστατικής θεωρίας στο σήμερα. Είναι αξιοσημείωτο ότι ένα κομμάτι της αριστεράς αγνοεί στην ουσία την θεωρία και την πείρα που έχει κατακτηθεί στο παρελθόν ώστε να μπορεί να αξιοποιήσει τα θετικά στοιχεία που οδήγησαν σε νίκες και να αποφύγει τα λάθη. Εξαιτίας των καταρρεύσεων και της επικράτησης του ρεβιζιονισμού και του ρεφορμισμού. στο όνομα της εξέλιξης, του να είμαστε μοντέρνοι υπάρχει ένας μηδενισμός του μαρξισμού-λενινισμού και όχι η κριτική προσέγγισή του. Αυτό οδηγεί στην υιοθέτηση της αντίληψης της διόρθωσης του συστήματος και της επιδίωξης του καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο. Οδηγεί, επίσης, στην αποθέωση του αυθορμητισμού και του «κινηματισμού» ή την αναρχοαυτονομία. Συνοψίζοντας, πέρα από την αντίθεση παλιού—νέου υπάρχει και η αντίθεση επανάστασης κι αντεπανάστασης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η δεύτερη κατηγορία που θεωρεί παλαιολιθικές τις μαρξιστικές –λενινιστικές αντιλήψεις δεν έχει διατυπώσει κάποια ουσιαστική αντιπρόταση, μια συνολική «νέα επαναστατική θεωρία», προβάλλει γενικόλογα το αίτημα της ανατροπής και θεωρεί συμβιβασμό μεταβατικά αιτήματα όπως «λιγότερη δουλειά, δουλειά για όλους». Είναι σα να λένε: μπορεί και πρέπει «να κάνουμε πολιτική επανάσταση», γι αυτήν, όμως, δεν υπάρχει ανάγκη να δημιουργήσουμε γερή οργάνωση επαναστατών που να διαπαιδαγωγεί το προλεταριάτο με σταθερή και επίμονη πάλη. Για να γίνει αυτό, αρκεί να μιλήσουμε χωρίς αλληγορίες, να οργανώσουμε απεργίες, κινήματα κλπ. Με λίγα λόγια, διεκδικεί «κομμουνισμό εδώ και τώρα» χωρίς όμως να έχει καν ένα στρατηγικό σχέδιο που να βασίζεται σε μια όντως επαναστατική θεωρία.

Από την άλλη υπάρχει μια αντίληψη που καταγράφει και ο Λένιν στο «Τι να κάνουμε;» και την υποστηρίζουν πολλοί και σήμερα, ότι δηλαδή η εργατική μάζα δεν πρέπει να προβάλει ακόμα μόνη της τα πλατιά και μαχητικά πολιτικά καθήκοντα που θέλουν να της «επιβάλουν» οι επαναστάτες. Πρέπει να παλεύει μόνο για άμεσες πολιτικές διεκδικήσεις, να διεξάγει «οικονομική πάλη ενάντια στους εργοδότες και στην κυβέρνηση» γιατί αυτός ο αγώνας είναι «προσιτός» στο μαζικό κίνημα. Το αποτέλεσμα σ’ αυτήν την περίπτωση είναι να γινόμαστε ουρά των μαζών.

Επιπλέον, κάποιοι από τους παραπάνω ουσιαστικά θεωρούν ότι τις κομμουνιστικές ιδέες τις αντιλαμβάνονται μόνο «οι πεφωτισμένοι» του κινήματος, αλλά ο απλός κόσμος δεν μπορεί να τις καταλάβει. Αυτή είναι μια ιδεαλιστική αντίληψη που αποδεικνύει τον ελιτισμό τους και πόσο απομακρυσμένοι από τον κόσμο είναι μερικοί που θέλουν να λέγονται ριζοσπάστες. Ο κόσμος δεν θα καταλάβει όταν δεν μιλάμε στη γλώσσα του και όταν φυσικά δεν έχουμε λύσει κι εμείς στα κεφάλια μας τα ιδεολογικά ζητήματα. Τα ιδεολογικά αυτά ζητήματα, βέβαια, έχουν άμεση σχέση με το ζήτημα της θεωρίας, το οποίο πολύ συχνά υποτιμάται.

Φυσικά, δεν λείπουν και οι συνιστώσες που έχουν ενσωματώσει τη λογική της ήττας και προσπαθούν να διαφυλάξουν την ιδεολογική τους καθαρότητα ακολουθώντας ένα δρόμο απομονωμένο. Μόνο όποιος δεν έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του μπορεί να φοβάται τις προσωρινές συμμαχίες έστω και με ανθρώπους ασταθείς. Είναι αναγκαίο να σημειωθεί πως όταν οι υπόλοιπες δυνάμεις βάζουν συγκεκριμένα αιτήματα στο σήμερα, όπως είναι π.χ. η ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ή ανοίγουν το ζήτημα της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής προοπτικής, τότε υποστηρίζουν πως όλα αυτά είναι γενικόλογες επικλήσεις στον κομμουνισμό που απογοητεύουν τον κόσμο γιατί είναι πολύ μακροπρόθεσμες και αυτό που απαιτεί η εποχή είναι η αντίσταση απέναντι στις επιθέσεις του κεφαλαίου.

αναγκαιότητα επαναστατικής θεωρίας

και οργάνωσης επαναστατών

Όπως προαναφέρθηκε, χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατική πράξη. Μπορεί το επαναστατικό κίνημα να έχει φορτωθεί πολλές ήττες, η επίθεση που δέχεται να είναι η πιο σκληρή και σε περίπτωση μιας ακόμα ήττας του να πάμε πολύ πίσω από κατακτήσεις που κερδήθηκαν με αίμα και θεωρούνταν αδιαμφισβήτητες μέχρι πρόσφατα. Όμως, η πείρα που έχει κατακτηθεί είναι πολύτιμη και μπορεί να μας προστατέψει από πισωγυρίσματα και από λάθη του παρελθόντος. Εκείνο που χρειάζεται είναι να μπορείς να βλέπεις την πείρα αυτή κριτικά και να την επαληθεύεις με αυτοτέλεια.

Φυσικά, για να μπορέσει να είναι κανείς αποτελεσματικός δεν αρκεί να παπαγαλίζει τσιτάτα από βιβλία του Μαρξ και του Λένιν, αλλά οφείλει να αποδεικνύει πώς σχετίζονται όλες οι παλαιότερες θεωρίες με το σήμερα και βέβαια να τις εφαρμόζει στην πράξη.

Στην περίπτωση μας η αναγκαιότητα της πάλης για την αποσαφήνιση και ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας στο σήμερα πηγάζει και από το γεγονός ότι η αριστερά είναι πολυδιασπασμένη, χωρίς έναν ενοποιητικό φορέα, αποτελείται από πλήθος ετερόκλητων οργανώσεων και ομάδων.

Χωρίς συγκεκριμένο τακτικό και στρατηγικό σχέδιο που να προκύπτει μέσα από σωστή ανάλυση της πραγματικότητας και σωστή θεωρία δεν θα πετύχουμε όχι μόνο την επανάσταση και το σοσιαλισμό, αλλά ούτε καν την απόσυρση ενός νομοσχεδίου.

Από την άλλη, όλοι μιλούν για την επανάσταση αλλά δεν απαντούν ποιος θα πραγματοποιήσει την πολιτική επανάσταση. Αποδεικνύεται ότι βασική έλλειψη της ριζοσπαστικής αριστεράς είναι ότι αγνοεί το ζήτημα της οργάνωσης. Φυσικά, η συγκρότηση του χώρου δεν είναι μόνο οργανωτικό θέμα αλλά και ιδεολογικό και ζήτημα σύνδεσης θεωρίας-πράξης.

Στο «Ένα βήμα μπρος δυο βήματα πίσω» ο Λένιν κάνει την πρώτη στην ιστορία του μαρξισμού σοβαρή προσπάθεια εξονυχιστικής κριτικής του οπορτουνισμού στα οργανωτικά ζητήματα, επισημαίνοντας τον εξαιρετικό κίνδυνο που εγκυμονεί για το εργατικό κίνημα η υποτίμηση της σημασίας της οργάνωσης. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο 2ο συνέδριο του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Ρωσίας και το χωρισμό που επήλθε σε αυτό σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους, οι διαφωνίες των δυο αυτών πτερύγων ανάγονταν κυρίως όχι σε ζητήματα προγράμματος ή τακτικής, αλλά σε οργανωτικά ζητήματα. Η χαλαρότητα της οργάνωσης που επιτρέπει σε οποιονδήποτε θέλει να αυτοανακηρύσσεται μέλος του κόμματος χωρίς οργανωτικές ευθύνες, η εχθρότητα προς την «τυπολατρία» της απαίτησης κάθε μέλος να ανήκει σε οργάνωση αναγνωρισμένη από το κόμμα, η κλίση προς τη ψυχολογία του αστού διανοούμενου που είναι πρόθυμος να αναγνωρίσει μόνο πλατωνικά τις οργανωτικές σχέσεις, είναι χαρακτηριστικά των κάθε λογής οπορτουνιστών παγκόσμια. Ίσως σε κανένα άλλο ζήτημα ο οπορτουνισμός δεν διακρίνεται τόσο για την ομοιογένειά του, παρ’ όλη την ποικιλομορφία και ποικιλοχρωμία, όσο στο οργανωτικό ζήτημα.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα των οπορτουνιστών είναι η αοριστία τους και η ασάφειά τους. Ο οπορτουνιστής, από τη ίδια του τη φύση, αποφεύγει πάντα να θέτει ένα ζήτημα συγκεκριμένα και σταράτα, αναζητά τη συνισταμένη, στριφογυρίζει σαν φίδι ανάμεσα σε δυο απόψεις που αλληλοαποκλείονται, προσπαθώντας να είναι «σύμφωνος» και με τις δυο, τις διαφωνίες του τις συνοψίζει σε μικροτροποποιήσεις, αμφιβολίες, αθώους και ευσεβείς πόθους κ.λπ. Έτσι και στο οργανωτικό ζήτημα εκείνο που κυριαρχεί είναι οι «αθώες» παθητικές διακηρύξεις για απολυταρχικότατα και γραφειοκρατία, για τυφλή υπακοή κ.λπ. τα οποία οδηγούν από το χλευασμό της πειθαρχίας και του συγκεντρωτισμού μέχρι την αυτονόμηση, το αυθόρμητο και τον «αναρχισμό», όλα αυτά δηλαδή που ταλαιπωρούν το χώρο μας και που τον πάνε πολλά βήματα πίσω.

Ένα επιπλέον στοιχείο είναι ότι οι οπορτουνιστές κυρίως έχουν την αντίληψη αλλά και την πραχτική ουράς των μαζών (χβοστισμός). Αντί να προσπαθούν να ανεβάζουν το επίπεδο της εργατικής συνείδησης, υποτάσσονται στο αυθόρμητο. Υποτιμούν ή και απορρίπτουν το ρόλο της πρωτοπορίας. «Φοβούνται» τι θα πει ο κόσμος. Είναι μπολιασμένοι από διανοουμενίστικο ατομικισμό.

Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι την επανάσταση θα κάνουν τα σωματεία των εργαζομένων, χωρίς να υπάρχει η αναγκαιότητα της οργάνωσης. Αγνοούν ότι ο πολιτικός αγώνας για τον κομμουνισμό είναι πολύ πιo πλατύς και πολύπλοκος από τον οικονομικό αγώνα των εργατών ενάντια στους εργοδότες και στην κυβέρνηση. To ίδιο ακριβώς (και για τον ίδιο λόγο) η οργάνωση ενός επαναστατικού κόμματος πρέπει αναπόφευκτα να είναι άλλου είδους απ' ό,τι η οργάνωση εργατών για τον οικονομικό αγώνα.

Δεν αρκεί η πάλη στα σωματεία και ο οικονομικός αγώνας, είναι αναγκαίος ένας φορέας σχετικός με το κεντρικό πολιτικό σκηνικό που θα ασκεί συνολική κριτική. Φυσικά το σωματείο με το κόμμα δεν είναι αντιπαραθετικά, το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Δεν αρκούν μόνο τα πρωτοβάθμια σωματεία για να κάνουν την επανάσταση. Φυσικά, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να ωφελήσουν την ανάπτυξη και το στέριωμα της οικονομικής πάλης, αλλά μπορούν να γίνουν κι ένας σπουδαίος βοηθός της πολιτικής ζύμωσης και πάλης. Όμως, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει συνταύτιση.

Άλλωστε, η επαναστατική θεωρία, η οποία θα διαμορφώνεται με βάση τη συγκυρία και με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες της χώρας, η οποία θα ξεκινάει από άμεσες, μεταβατικές διεκδικήσεις και θα φτάνει στο ζήτημα της επανάστασης και στο τι θα γίνει μετά από αυτήν, απαιτεί επιστημονική ανάλυση και θεμελίωση που δεν μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από τα κινήματα, ούτε γίνεται να βγει αυθόρμητα. Ούτε αρκεί η ταξική πάλη από μόνη της έτσι γενικά και αόριστα. Η σύγχρονη σοσιαλιστική συνείδηση απαιτεί και τη συγκέντρωση των απόψεων των μαζών και την επιστημονική επεξεργασία τους.

Δεν είναι δυνατόν να γίνει επανάσταση και όχι εξέγερση για κάποιο συγκεκριμένο θέμα χωρίς τουλάχιστον γερή οργάνωση επαναστατών που να μπορεί να συσπειρώνει τις διάσπαρτες δυνάμεις της τάξης σ’ ένα ενιαίο μέτωπο, να διαπαιδαγωγεί το προλεταριάτο με σταθερή κι επίμονη πάλη, να εξασφαλίζει ενεργητικότητα, σταθερότητα και συνέχεια στον πολιτικό αγώνα. Ο καπιταλισμός είναι οργανωμένος. Δεν θα τον αντιμετωπίσουμε με κατακερματισμένες δυνάμεις και φιλελευθερισμό κάνοντας ο καθένας ό,τι του κατέβει.

Κανένα επαναστατικό κίνημα δεν μπορεί να σταθεί χωρίς στέρεη οργάνωση που να εξασφαλίζει τη συνέχεια ώστε κάθε αγώνας να μην ξεκινάει από την αρχή έχοντας μόνο παρακαταθήκες, αλλά κάθε φορά να μπορεί να προχωράει σε ανώτερο επίπεδο. Επίσης, όσο πιο πλατιά είναι η μάζα που τραβιέται αυθόρμητα στον αγώνα, τόσο πιο επιτακτική είναι η ανάγκη μιας τέτοιας οργάνωσης και τόσο πιο στέρεη πρέπει να είναι απέναντι σε κάθε δημαγωγό να παρασύρει τα λιγότερο συνειδητοποιημένα κομμάτια της κοινωνίας. Εννοείται πως οι εργαζόμενοι θα παίρνουν ενεργό μέρος σε οποιαδήποτε κίνηση και «δεν θα σκέφτεται το κόμμα γι’ αυτό», όπως υποστηρίζουν κάποιοι.

Το κόμμα δεν θα είναι ένας καταπιεστικός μηχανισμός, όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, αλλά ένα σχολείο που θα διαπαιδαγωγεί με μια διαφορετική κοινωνική αντίληψη. Άλλωστε, ακόμα και μετά την επανάσταση θα διανύσουμε μια ολόκληρη εποχή μέχρι να αποβάλουμε τα αστικά μας κατάλοιπα.

Έχουμε αρκετό δρόμο μέχρι να λύσουμε όλα αυτά τα ζητήματα. Είναι γεγονός πάντως ότι συζητιούνται πιο έντονα σε σχέση με το παρελθόν κι αυτό είναι ελπιδοφόρο, αρκεί αυτή η συζήτηση να γίνεται σε σωστή βάση. Και σε κάθε περίπτωση να μη γίνεται ξεκομμένη σε τέσσερις τοίχους, αλλά στα πλαίσια του μετώπου των εργαζομένων με προσανατολισμό όχι μόνο το συνδικαλιστικό, αλλά και το πολιτικό επίπεδο. Μια τέτοια συζήτηση είναι αναγκαία και στα πλαίσια της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. παρ’ όλο που αυτή ασχολείται κυρίως με τη συγκυρία, γιατί μόνο έτσι θα μπορεί και η ίδια να αποκτά διέξοδο και προοπτική, να καταπολεμήσει τη λογική των μικρομάγαζων και τη μικροαστική συντηρητικότητα και να συμβάλει συνολικότερα στην ανασυγκρότηση του επαναστατικού κινήματος.