Πιο ΦθηνA, πιο ΕυEλικτα, πιο Aπληστα

(Η εργασία υπό διωγμό σε Ευρώπη και Ελλάδα)

της Λ.Ξ.

 

Οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας στο διεθνή, ευρωπαϊκό και ελληνικό χώρο εύλογα αποτελούν ένα θέμα που έχει απασχολήσει πολύ. Ειδικότερα η σημερινή χρονική συγκυρία που, μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, χαρακτηρίζεται από αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, στην κοινωνική ασφάλιση και γενικότερα στον τομέα της απασχόλησης.

Η προσήλωση της Ε.Ε. εδώ και χρόνια σε όρους οικονομικής σύγκλισης, σε συνάρτηση με την ανάδειξη σε κυρίαρχη αξία της έννοιας της ανταγωνιστικότητας, που ερμηνεύεται ουσιαστικά με την ανάγκη μείωσης του εργατικού κόστους, οδήγησε στην αποδόμηση των κατακτήσεων και των δικαιωμάτων του κόσμου της εργασίας και στην προσπάθεια συρρίκνωσης-εξαφάνισης κάθε ίχνους του κοινωνικού κράτους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στον σκληρό πυρήνα της εργασίας, δηλαδή τους μισθούς και στο χρόνο εργασίας. Πιο συγκεκριμένα, σε επίπεδο εργατικού δικαίου τα κράτη μέλη της Ε.Ε. κινούνται σε κατεύθυνση ενίσχυσης της ευελιξίας της εργασίας. Είναι χαρακτηριστικά τα παραδείγματα απελευθέρωσης των ατομικών απολύσεων, αύξησης του χρόνου εργασίας, μείωσης των ημερών ετήσιας άδειας, περιορισμού του απεργιακού δικαιώματος. Οι αλλαγές στα ασφαλιστικά συστήματα, με κύρια κατεύθυνση την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης και τη μείωση των παροχών, είναι μια ακόμα βασική παράμετρος.

Το ευρωπαϊκό τούνελ της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων

Στο πεδίο της συλλογικής διαπραγμάτευσης, εκτός από την πολιτική της συγκράτησης των μισθών στα ασφυκτικά πλαίσια της ΟΝΕ, κύριο στοιχείο είναι η αποκέντρωση της διαπραγμάτευσης σε επιχειρησιακό ή τοπικό επίπεδο και η αποδυνάμωση των κεντρικών συλλογικών συμβάσεων. Φαινόμενο που έχει οδηγήσει σε πολιτικές εξατομίκευσης των αμοιβών, εισαγωγή συστήματος ατομικών λογαριασμών ωρών εργασίας, πακέτα πρόωρης συνταξιοδότησης, συμφωνίες για μηδενικές αυξήσεις στους μισθούς, υποχρεωτικές αυξήσεις του ωραρίου εργασίας, κατάργηση των προσαυξήσεων στις αμοιβές για εργασία κατά το Σαββατοκύριακο ή τις αργίες.

Τα κράτη μέλη της Ε.Ε., σε αγαστή συνεργασία με το κεφάλαιο, προωθούν επίσης και τη λογική του διαίρει και βασίλευε. Έκφραση αυτού του φαινομένου αποτελούν οι διακρίσεις ανδρών-γυναικών. Σε μια πρόσφατη απόφασή του το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έκρινε ότι η Ελλάδα παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο με τη διαφορετική μεταχείριση των δύο φύλων για την έξοδο στη σύνταξη. Πίσω από τη νομικίστικη αυτή εξομοίωση των ορίων συνταξιοδότησης (πάντα προς τα πάνω), κρύβεται ουσιαστικά η ισοπέδωση των δικαιωμάτων των γυναικών και μας κάνει να αναρωτιόμαστε γιατί κόπτονται για την ισότητα που θα δυσχεράνει τη ζωή των γυναικών και όχι για μια ουσιαστική ισότητα όσον αφορά τους μισθούς και τις ευκαιρίες στην εργασία. Επίσης ενισχύονται οι διακρίσεις σε βάρος του νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού, με μεθόδους όπως οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, διαφορετικές αυξήσεις σε μισθούς κ.ά. Τέλος το φαινόμενο των διακρίσεων χτυπάει ιδιαιτέρως τους μετανάστες, που αποτελούν ίσως το πιο ευάλωτο τμήμα των εργαζομένων.

Εξαιτίας των αναδιαρθρώσεων των επιχειρήσεων, το εργασιακό τοπίο στην Ευρώπη μοιάζει ακόμα περισσότερο με «τοπίο στην ομίχλη». Είναι πολλά τα παραδείγματα των επιχειρήσεων που μεταφέρουν τις εγκαταστάσεις τους σε χώρες χαμηλού κόστους. Η απειλή της μετεγκατάστασης και της ανεργίας αποτελεί δε ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται πολύ συχνά από τις διοικήσεις των επιχειρήσεων για να πιέσουν για ακόμα μεγαλύτερη περιστολή των εργασιακών δικαιωμάτων.

Αρωγός σ’ αυτές τις τακτικές και το κράτος, που προσφέρει το νομικό πλαίσιο, την κάλυψη ή και την ενεργή προώθηση των παραπάνω εργοδοτικών πρωτοβουλιών, με τις ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων οργανισμών, την παροχή κινήτρων για τη μεταφορά εργοστασίων σε χώρες με φθηνότερο εργατικό δυναμικό, την ψήφιση αντεργατικών νόμων, αλλά και την επιλογή πολιτικών που ενισχύουν την ευελιξία στην εργασία με έκδηλα τα στοιχεία της απορρύθμισης.

Ο παράς και ο φουκαράς

Με την εξέταση των βασικών συγκριτικών μεγεθών στην Ε.Ε. των 27, διαπιστώνονται διαφοροποιήσεις όσον αφορά την ποιότητα και τη μορφή των σχέσεων εργασίας, ειδικότερα ανάμεσα στα αποκαλούμενα παλιά και στα νέα κράτη μέλη. Πιο συγκεκριμένα, στα νέα κράτη μέλη οι ετήσιες ώρες εργασίας είναι σημαντικά περισσότερες και φτάνουν τις 1.802,4 σε σύγκριση με την Ε.Ε. των 15, όπου υπολογίζονται σε 1.695,7. Βέβαια σε κάποια άλλα κράτη μέλη και ειδικότερα στην Ελλάδα (1.816 ώρες) και στην Ιρλανδία( 1.801 ώρες) ο χρόνος εργασίας υπερβαίνει το μέσο εργάσιμο χρόνο των εργαζομένων στα νέα κράτη μέλη. Οι περισσότερες εργάσιμες ώρες ανά έτος παρατηρούνται στην Εσθονία, στη Ρουμανία και στην Πολωνία, ενώ οι λιγότερες ώρες εργασίας συναντώνται στη Γαλλία, στη Σουηδία και στη Δανία.

Όσον αφορά τις μέσες μεικτές αποδοχές, οι αποκλίσεις είναι ιλιγγιώδεις. Από τη μια πλευρά το 2007 οι υψηλότερες κατώτατες αποδοχές συναντώνται στο Λουξεμβούργο (1.570 ) και στην Ολλανδία (1.317 ), ενώ οι χαμηλότερες παρατηρούνται στη Βουλγαρία (92 ) και στη Ρουμανία (132 ). Ωστόσο κοινός παρανομαστής ανάμεσα σε παλιά και νέα κράτη μέλη είναι η διάδοση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης και ιδιαίτερα της προσωρινής απασχόλησης. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία (αν και η πραγματικότητα είναι χειρότερη) ποσοστό 7,5% των γυναικών και 6,7% των ανδρών απασχολούνταν το 2005 με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, χωρίς αυτό να αποτελεί προϊόν επιλογής αλλά λύση ανάγκης, ενώ κατά το 2006 είχαμε νέες αυξητικές τάσεις. Μόνες κερδισμένες από αυτήν την ανομοιογένεια είναι οι επιχειρήσεις της δυτικής Ευρώπης, που με τη μετεγκατάστασή τους στις ανατολικές χώρες (το νέο επιχειρηματικό Ελντοράντο) εξασφαλίζουν χαμηλότερη φορολόγηση, χαμηλόμισθο εργατικό δυναμικό και συνεχώς αυξανόμενα κέρδη.

Η εργασία στα χρόνια της… χολέρας

Οι διεθνείς οικονομικές εξελίξεις που απορρέουν από την ολόπλευρη και δομική κρίση, έχουν δημιουργήσει ακόμα δυσμενέστερες συνθήκες για τους εργαζόμενους, τους άνεργους και τους συνταξιούχους. Από το 2008 και μέχρι σήμερα έχουμε γίνει μάρτυρες χρεοκοπιών επιχειρήσεων, μαζικών απολύσεων, σημαντικής αύξησης της ανεργίας, διεύρυνσης της εκ περιτροπής εργασίας και γενικότερα σοβαρής επιδείνωσης του εισοδηματικού και βιοτικού επιπέδου των Ευρωπαίων και ειδικότερα των Ελλήνων πολιτών.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, το ΑΕΠ της Ε.Ε. των 27 παρουσιάζει αρνητική ανάπτυξη της τάξης του -0,2%, ενώ το 2009 αναμένεται ακόμα μεγαλύτερη συρρίκνωσή του. Κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2008 η απασχόληση μειώθηκε στην ευρωζώνη κατά 0,3%, ποσοστό που αντιστοιχεί σε απώλεια 453.000 θέσεων εργασίας σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας. Το ίδιο ποσοστό μείωσης της απασχόλησης, διαπιστώνεται και στην Ευρώπη των 27, που σημαίνει ότι χάθηκαν συνολικά 675.000 θέσεις εργασίας. Μάλιστα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων, η ανεργία θα ανέλθει στο 11% του ενεργού πληθυσμού το 2009, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή που την υπολόγιζε σε 9,3% τον περασμένο Ιανουάριο προετοιμάζει νέα αναθεώρηση προς τα πάνω. Εάν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις, ο αριθμός των ανέργων θα αυξηθεί κατά 7-8 εκ. μόνο το 2009. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην Ισπανία η αύξηση της ανεργίας το τελευταίο έτος ανέρχεται σε 5 ποσοστιαίες μονάδες και αγγίζει το 17%. Η μεγαλύτερη απώλεια θέσεων εργασίας καταγράφεται στη Μεγάλη Βρετανία (χάθηκαν 70.256 θέσεις το τελευταίο τρίμηνο του 2008), ενώ ακολουθούν η Γερμανία (20.411 θέσεις), η Σουηδία (14.239 θέσεις) και η Πολωνία (11.728 θέσεις). Οι κύριοι κλάδοι παραγωγής που έχουν πληγεί και προχωρούν σε μαζικές απολύσεις είναι ο χρηματοπιστωτικός τομέας, ο κατασκευαστικός κλάδος, η αυτοκινητοβιομηχανία, η κλωστοϋφαντουργία και το εμπόριο. Μόνο στη χαλυβουργία χάθηκαν 72.000 θέσεις εργασίας. Επιπλέον η κατάσταση επιδεινώνεται σε όλες τις πτυχές της αγοράς εργασίας. Πιο συγκεκριμένα ο αριθμός των Ευρωπαίων που εργάζονται με αναχρονιστικές συμβάσεις εργασίας, από πλευράς αποδοχών και ασφάλειας, από 63 εκατομμύρια το 2003, αυξήθηκε σε 124 εκατομμύρια το 2003.

Στην Ελλάδα οι προβλέψεις αναφέρουν ότι με ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ 2% κατά το 2009 η ανεργία θα αυξηθεί κατά 40.000 άτομα, ενώ με ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ 1% η ανεργία θα αυξηθεί κατά 80.000 άτομα. Εάν δε ο ρυθμός ανάπτυξης στην Ελλάδα κυμανθεί σε ποσοστά κάτω του 1%, η ανεργία θα ξεπεράσει τα 100.000 άτομα. Σύμφωνα όμως με τις νεότερες εκτιμήσεις του ΔΝΤ, οι ρυθμοί ανάπτυξης θα κινηθούν γύρω στο 0% ή και κάτω από αυτό, εκτινάσσοντας την ανεργία στο 10%. Η ανεργία αυξήθηκε από 8,9% τον περασμένο Δεκέμβριο στο 9,4% τον Ιανουάριο, προσθέτοντας έτσι 31.500 εργαζόμενους στο μακρύ κατάλογο των ανέργων (σύνολο 465.692 άτομα) και περνώντας το μέσο όρο της ευρωζώνης. Το Φεβρουάριο ανακοινώθηκαν προγράμματα εθελουσίας εξόδου για 5.500 εργαζόμενους. «Πρωταθλητές» στην ανεργία συνεχίζουν να είναι οι γυναίκες και οι νέοι. Πιο συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 2009 η ανεργία μεταξύ των ανδρών ήταν 6,7% και μεταξύ των γυναικών 13,3%. Κατά ομάδες ηλικιών, η ανεργία μεταξύ των νέων 15-24 ετών ήταν 25%, ενώ στις ηλικίες μεταξύ 25-34 ετών ήταν 12%. Κατά περιφέρεια η Δυτική Μακεδονία και το Νότιο Αιγαίο παρουσιάζουν τα πιο υψηλά ποσοστά (16,4% και 16,3% αντίστοιχα). Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι αριθμοί αυτοί είναι στην πραγματικότητα πιο μεγάλοι, αν λάβουμε υπόψη τον αριθμό εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου οι οποίες δεν ανανεώνονται κατά τη λήξη τους και το γεγονός ότι απασχολούμενος θεωρείται το άτομο που κατά την εβδομάδα αναφοράς εργάσθηκε τουλάχιστον μια ώρα με αμοιβή. Οι κλάδοι παραγωγής που πλήττονται περισσότερο είναι η βιομηχανία, η κλωστοϋφαντουργία, οι κατασκευές, ο τουρισμός και ο χρηματοπιστωτικός τομέας. Σύμφωνα με στοιχεία από το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, από τα 99 εργοστάσια που λειτουργούσαν στην Κομοτηνή και απασχολούσαν 17.000 περίπου εργαζόμενους, το 2009 λειτουργούν μόνο τρία, απασχολώντας μόλις 2.500 εργαζόμενους.

Πέρα ωστόσο από τις «ξεκάθαρες» απολύσεις πολλές επιχειρήσεις εισάγουν συστήματα εκ περιτροπής εργασίας, υποχρεωτικών αδειών, καταργούν την υπερωριακή απασχόληση, θέτουν τους εργαζόμενους σε διαθεσιμότητα ή αποφασίζουν προσωρινή αναστολή των λειτουργιών τους. Πιο συγκεκριμένα, το χρονικό διάστημα Νοεμβρίου 2008-Ιανουαρίου 2009 τέθηκαν σε διαθεσιμότητα συνολικά 1.870 εργαζόμενοι. Οι εργοδότες θέτουν εκβιαστικά διλλήματα στους εργαζόμενους προκειμένου να επιλέξουν ανάμεσα στη διατήρηση της απασχόλησης τους με μείωση των αποδοχών τους έως και 25%, λόγω 4ημερης εβδομάδα εργασίας, ή στην ανεργία. Ωστόσο υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που η κρίση αποδείχτηκε η ιδανική αφορμή, ακόμη και για τις κατά τεκμήριο ανθεκτικότερες επιχειρήσεις, ώστε να εξαπολύσουν εργασιακό πογκρόμ απολύσεων και ελαστικοποίησης των όρων απασχόλησης. Από τους 260.050 εργαζομένους που απασχολούνται με μειωμένο ωράριο, πάνω από το 43% συμβιβάστηκε μ’ αυτή τη λύση διότι δεν μπόρεσε να βρει μια δουλειά πλήρους ωραρίου. Με συμβάσεις ορισμένου χρόνου εργάζονται 335.010 άτομα (δεν περιλαμβάνονται αυτοί που δήλωσαν ότι επιθυμούσαν να εργαστούν μ’ αυτούς τους όρους), περίπου 10% παραπάνω σε σχέση με τα τέλη του 2007. Περίπου 174.031 εργαζόμενοι, δηλαδή το 4% των απασχολουμένων της χώρας, δέχεται προκειμένου να αποφύγει να βρεθεί χωρίς εργασία να δουλεύει χωρίς ένσημα και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Συνολικά η ελληνική αγορά εργασίας παρουσιάζει τον υψηλότερο βαθμό παράνομης «ευελιξίας» στην Ένωση.

Παρηγοριά στον άρρωστο

Την ώρα που η κρίση καλπάζει, η ακρίβεια και η ανεργία πλήττουν τον κόσμο της εργασίας στην Ευρώπη, οι απόψεις που συζητούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο θυμίζουν ξαναζεσταμένο φαγητό. Οι κυβερνήσεις προσανατολίζονται σε σφιχτές οικονομικές και κανονιστικές πολιτικές και στη συνέχιση της αποδόμησης του κοινωνικού κράτους και της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, ενώ παράλληλα συνεχίζουν την παροχή χρημάτων σε τράπεζες και σε οργανισμούς όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα. Ο επίτροπος της Ε.Ε. Αλμούνια μίλησε για επένδυση στη μετεκπαίδευση, επέκταση της μερικής απασχόλησης και βελτίωση της πρόσβασης στο Κοινωνικό Ταμείο. Βέβαια δε φαίνεται να ιδρώνει το αυτί των επιχειρήσεων, με ενδεικτικό το παράδειγμα της Citigroup που έχει πάρει συνολικά 45 δις δολάρια σε επιχορηγήσεις και έχει προχωρήσει σε περισσότερες από 50.000 απολύσεις.

Στην Ελλάδα η κυβέρνηση κινείται στην ίδια κατεύθυνση, με κίνητρα και δώρα προς τις επιχειρήσεις προκειμένου να αντιμετωπίσει την πρόσθετη ανεργία. Επιπλέον δίνει όρκους πίστης στα «αφεντικά» των Βρυξελλών ότι θα ακολουθήσει την πολιτική λιτότητας, στο όνομα περιορισμού του δημόσιου ελλείμματος, ακόμα και αν αυτό σημαίνει πρόσθετες απολύσεις. Από την πρώτη στιγμή της κρίσης ανακάλυψε τρόπους ενίσχυσης των τραπεζών, μειώσεις στα τέλη ταξινόμησης (ώστε ο κάθε… μεροκαματιάρης να μπορέσει να πραγματοποιήσει το όνειρό του για ένα τζιπ υψηλού κυβισμού), περισσότερους φόρους για την απομύζηση των φορολογούμενων, ενώ για την ανεργία το μόνο που σκέφτηκε είναι η… κρατικοποίησή της, με την πρόσληψη στο Δημόσιο 60.000 επιδοτούμενων από τον ΟΑΕΔ ανέργων που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα. Ουσιαστικά συνεχίζει να εγκλωβίζει τις μάζες των ανέργων σε θέσεις μερικής, προσωρινής και ελαστικής απασχόλησης, προσφέροντας ακόμα περισσότερα κακοπληρωμένα και ανασφάλιστα προγράμματα stage.

Η ανεργία ωστόσο δεν είναι προϊόν μόνο της κρίσης, υπήρχε σε υψηλά ποσοστά και πριν από την κρίση. Οι διεθνείς οικονομικές εξελίξεις δεν είναι αποτέλεσμα των «κακών επιλογών» κάποιων τραπεζών ή απλά του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας. Οι καπιταλιστές, προσπαθώντας να περιορίσουν το κόστος παραγωγής, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας, συμπίεσαν. με τη συνδρομή του κράτους,  το εργατικό εισόδημα σε τέτοια έκταση, ώστε οι εργαζόμενοι στην πλειονότητά τους να μην μπορούν να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες με την αμοιβή από την εργασία τους. Η κρίση αποτελεί εγγενές στοιχείο του καπιταλισμού και οι πολιτικές για τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος αποτελούν στην καλύτερη περίπτωση ασπιρίνες για την παράταση της ζωής του. Το ίδιο το εργατικό κίνημα δεν πρέπει να εγκλωβιστεί σε λογικές (τύπου ΓΣΕΕ) για διαπραγμάτευση των όρων χειροτέρευσης της θέσης του ούτε απλά να παλέψει για την άμβλυνση των χειρότερων πτυχών του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά να αγωνιστεί δυναμικά για την επαναστατική ανατροπή του.