ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ Ε.Ε.

του Χρίστου Μπίστη

 

Όταν είχε αρχίσει να εκδηλώνεται η χρηματοπιστωτική κρίση με το σκάσιμο της φούσκας των επισφαλών στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ, πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες, ανάμεσά τους και οι Έλληνες αστοί πολιτικοί, δήλωναν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν λιγότερο μπλεγμένη στην ακατάσχετη κερδοσκοπία των τοξικών παραγώγων και κάτω απ’ την αυστηρή επιτήρηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα μπορούσε να αποφύγει αντίστοιχα φαινόμενα. Γρήγορα ωστόσο η κρίση αυτή παράσυρε στη δίνη της το σύνολο των μεγάλων τραπεζών σε Ανατολή και Δύση, μεταδόθηκε στη λεγόμενη «πραγματική οικονομία», αποκαλύφθηκε ως η βαθύτερη και πιο καταλυτική δομική κρίση του σύγχρονου καπιταλισμού, η μεγαλύτερη απ’ την εποχή της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1929. Ο ευρωενωσιακός καπιταλισμός των ημερών μας, καρπός των αλλεπάλληλων νεοφιλελεύθερων μεθοδεύσεων απ’ τη δεκαετία του ‘70, αποκαλύφθηκε κι αυτός με τη σειρά του μια τεράστια φούσκα, που σκάζοντας με πάταγο, οδηγεί σήμερα σε ακόμα πιο αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης την ευρωζώνη (Ε.Ε. - 4,2%, ΗΠΑ -2,8% σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του ΔΝΤ για το 2009), εκτίναξη της ανεργίας πάνω από 10% μέχρι και πάνω απ’ το 17% (για την Ισπανία), αλλεπάλληλα πακέτα πολλών τρις ευρώ για τη διάσωση πολυεθνικών τραπεζιτικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων, αλλά και κλιμακούμενες επιθέσεις για την οριστική κατεδάφιση αυτού που ήταν κάποτε το ευρωπαϊκό «κοινωνικό κράτος», καρπός των μεγάλων αγώνων της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης στο παρελθόν. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα απ’ την αρχή…

ΠΩΣ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΧΤΙΖΕΤΑΙ…

Η ενοποίηση της Ευρώπης από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια είχε επιχειρηθεί επανειλημμένα χωρίς επιτυχία στους νεότερους χρόνους. Με τους ναπολεόντειους πολέμους που είχαν καταλήξει στο Βατερλό, με τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με τις φιλοδοξίες του Χίτλερ για μια «Ενωμένη Ευρώπη» κάτω από ναζιστική κυριαρχία που είχαν αποτέλεσμα την καταστροφή μεγάλου τμήματος της ευρωπαϊκής ηπείρου και της ίδιας της Γερμανίας στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Για να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη επιρροή των πρωταγωνιστών της νίκης κατά του φασιστικού άξονα, της Σοβιετικής Ένωσης και του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, οι αστικές τάξεις των ιμπεριαλιστικών χωρών της Ευρώπης υποτάχτηκαν στις κοσμοκρατορικές φιλοδοξίες των ΗΠΑ και στηρίχτηκαν στο σχέδιο Μάρσαλ και στο ΝΑΤΟ για την αντιμετώπιση του σοβιετικού μπλοκ. Για να αποφύγουν την περιθωριοποίηση στις νέες μεταπολεμικές συνθήκες και να επιταχύνουν την οικονομική τους ανόρθωση, αποφάσισαν να ενισχύσουν την οικονομική συνεργασία υπέρ των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων και προχώρησαν στην ίδρυση της «Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα» (ΕΚΑΧ), το 1952, μεταξύ Γαλλίας, Δ. Γερμανίας, Ιταλίας, Βελγίου, Ολλανδίας, Λουξεμβούργου. Έξι χρόνια αργότερα προχώρησαν στη γενική τελωνειακή ένωση στα πλαίσια της «Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας» (ΕΟΚ) με τη Συνθήκη της Ρώμης (Γενάρης 1958). Από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής της η ΕΟΚ είχε στόχο την επέκταση της επιρροής της στην ευρωπαϊκή περιφέρεια και υπέγραφε «συμφωνίες σύνδεσης» με την Ελλάδα (1962) και την Τουρκία (1964) και άλλες μεσογειακές χώρες στη συνέχεια. Μετά τις πρώτες εκδηλώσεις της κρίσης, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, και την κατάρρευση του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος του Μπρέτον Γουντς με κέντρο το δολάριο, άλλες τρεις ευρωπαϊκές χώρες, η Δανία, η Ιρλανδία και η Μεγάλη Βρετανία εντάχθηκαν ως πλήρη μέλη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα όπως αυτή είχε στο μεταξύ μετονομαστεί. Η ΕΚ αναδείχτηκε έτσι σε οικονομικό γίγαντα και πρώτη εμπορική δύναμη στον κόσμο, υποσκελίζοντας τις ΗΠΑ παρ’ όλο που βρισκόταν πολύ πίσω σε στρατιωτική και πολιτική επιρροή σε σχέση με τον υπερατλαντικό εταίρο της

ΚΑΙ ΠΩΣ ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΗΚΕ ΩΣ «ΛΑΚΚΟΣ ΤΩΝ ΛΕΟΝΤΩΝ» Η Ε.Ε.

Στις συνθήκες όπου επεκτεινόταν η τρίτη βιομηχανική επανάσταση της πληροφορικής, η κρίση της δεκαετίας του ‘70 με τη χρεοκοπία του μεταπολεμικού κεϋνσιανισμού έριξε στο μισό ή ακόμα και μηδένισε τους ρυθμούς ανάπτυξης με το «στασιμοπληθωρισμό». Η γενικευμένη ύφεση του 1980–81 οδήγησε στην επικράτηση του ρηγκανισμού–θατσερισμού, που με τη συναίνεση σοσιαλφιλελεύθερων κυβερνήσεων σαν αυτή της Γαλλίας προώθησαν το μύθο της «αυτορρύθμισης των αγορών» στην υπηρεσία της ολόπλευρης στήριξης της ανταγωνιστικότητας των πολυεθνικών. Ένα νέο κύμα διευρύνσεων με την Ελλάδα (1981), την Ισπανία και την Πορτογαλία (1986), την Αυστρία, τη Φιλανδία και τη Σουηδία (1995) οδήγησε στην Ευρώπη των 15.

Ήταν μια περίοδος διαρκών ανατροπών υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου, με το συστηματικό περιορισμό των κοινωνικών δαπανών, συμπίεση των μισθών, συρρίκνωση των δαπανών για τη στήριξη της μικρής αγροτικής παραγωγής, ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων επιχειρήσεων και υπηρεσιών (τηλεπικοινωνίες, ηλεκτρισμός, αερομεταφορές, σιδηρόδρομοι κ.λπ.) με αποκορύφωμα σημαντικές δομικές παρεμβάσεις σε πανευρωπαϊκή κλίμακα που αφαιρούσαν εξουσίες και αρμοδιότητες από τα εθνικά κράτη και τις εκλεγμένες κυβερνήσεις για να τις αναθέσουν σε ανεξέλεγκτα νέα θεσμικά όργανα. Έτσι:

Ο διακυβερνητικός χαρακτήρας των πολιτικών οργάνων της ΕΕ, όπως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το διακοσμητικό Ευρωκοινοβούλιο, έχουν κάνει αδύνατο μέχρι σήμερα κάθε κοινωνικό έλεγχο. Η διαδικασία της λεγόμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι απόλυτα υποταγμένη στις επιταγές των μεγάλων ευρωπαϊκών πολυεθνικών που λειτουργούν μέσα από ιδιωτικές λέσχες όπως είναι το «Ευρωπαϊκή Στρογγυλή Τράπεζα» και η «Ένωση των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών της Ευρώπης», που επεξεργάζονται, προτείνουν και επιβάλλουν προτάσεις, «Λευκές Βίβλους» και μέτρα πολιτικής για όλα τα ζητήματα. Στις δικές του επιδιώξεις υποτάχθηκε και η ένταξη των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, Τσεχίας, Εσθονίας, Ουγγαρίας, Λετονίας, Λιθουανίας, Μάλτας, Πολωνίας, Σλοβακίας, Σλοβενίας και της Κύπρου το 2004, καθώς και της Βουλγαρίας και Ρουμανίας το 2007. Η εισβολή τους σ’ αυτές τις νεοκατακτημένες περιοχές διέψευσε οικτρά τις προσδοκίες περί «Δημοκρατίας και Αφθονίας» που επαγγελλόταν η καπιταλιστική Δύση. Προώθησε την ιδιωτικοποίηση των πάντων, διέλυσε κάθε κοινωνική προστασία, κατέστρεψε τις οικονομίες τους, σκόρπισε την ανεργία, τη μαζική μετανάστευση, την πορνεία. Η μεταφορά επιχειρήσεων απ’ τη Δύση για την εκμετάλλευση του φτηνού εργατικού δυναμικού τους μέσω της εκτίναξης των κερδών στη βάση της συρρίκνωσης του εργατικού κόστους, ανέβαλε την τεχνολογική ανάπτυξη που είναι πιο δαπανηρή απ’ τις απολύσεις σε Ανατολή και Δύση. Μαζί και με την ευφορία του χρηματιστηριακού τζόγου που κυριάρχησε για ένα διάστημα, η αυξημένη αυτή κερδοφορία δεν συνοδεύτηκε μόνο από διαρκή χειροτέρευση της κατάστασης των εργαζόμενων, αλλά και από μείωση παραγωγικών επενδύσεων. Μια κατάσταση που αποκαλύπτεται παραστατικά και απ’ τον παρακάτω πίνακα. Μια φούσκα που σκάζει σήμερα με πάταγο, βυθίζοντας στη μεγαλύτερη εδώ και 80 χρόνια κρίση ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο.

 

Πίνακας που δείχνει τη σχέση κερδοφορίας, μεγέθυνσης του ΑΕΠ και συσσώρευσης παγίου κεφαλαίου

 στην ΕΕ (με αφετηρία 1961–1973=100)

 

Πηγή: Υπολογισμοί με βάση δεδομένα του European Economy Statistical Annex, 2007, όπως αναφέρονται στο «Ευρώπη ποια Ευρώπη;» των εκδόσεων «Πολύτροπον»

 

Αυτοί που πλήρωσαν για τα ανδραγαθήματα των πολυεθνικών ήταν φυσικά οι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι, που είδαν το μερίδιο των μισθών τους στο εθνικό εισόδημα να πέφτει κατά 15% περίπου μέσα στα τελευταία 30 χρόνια, σύμφωνα με υπολογισμούς του ΟΟΣΑ. Για να ζήσουν σήμερα με τον εφιάλτη της ανεργίας που τείνει να ξεπεράσει το 10% σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, αλλά και με το βραχνά των ελαστικών εργασιακών σχέσεων και της προσωρινής απασχόλησης που καλύπτουν το 30% των εργαζόμενων στη Γερμανία, το 25% των μισθωτών και το 70% των προσλήψεων στην Ιταλία, το 34% των εργαζόμενων με προσωρινές σχέσεις και το 90% των προσλαμβανόμενων νέων στην Ισπανία κ.λπ. Μια όλο και πιο εκρηκτική κοινωνικά κατάσταση που εξηγεί την εξέγερση της νέας γενιάς ενάντια στο Συμβόλαιο Πρώτης Απασχόλησης στη Γαλλία, αλλά και τα ηχηρά Όχι στη Γαλλία, την Ολλανδία και την Ιρλανδία απέναντι στις αντιδραστικές συνταγματικές ρυθμίσεις που επιδιώκουν τη θεσμική κατοχύρωση του νέου κοινωνικού μεσαίωνα στην Ευρώπη.

Ακόμα πιο ακριβά πλήρωσαν και πληρώνουν οι χώρες της Αν. Ευρώπης στη Βαλτική, που είδαν το ΑΕΠ τους να πέφτει κατά 20% σε σχέση με την περίοδο πριν απ’ την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Της Τσεχίας, και της Σλοβακίας που ακόμα δεν έχουν μπορέσει να ξαναβρούν τα επίπεδα του 1989. Της Λετονίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας που βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και περνούν κάτω απ’ τον έλεγχο του ΔΝΤ, γιατί η ΕΕ και χώρες σαν τη Γερμανία και τη Γαλλία τους αρνούνται τη στήριξη, σε μια στιγμή που η ανεργία σε μερικές απ’ αυτές, όπως στην Πολωνία, αγγίζει το 20%.

Σ’ ό,τι αφορά τέλος τη χώρα μας, οι συνέπειες ήταν κι εδώ καταστροφικές. Με την κάθετη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και τη μετανάστευση επιχειρήσεων στα Βαλκάνια, το ξεκλήρισμα της φτωχομεσαίας αγροτιάς, τα ελλείμματα του εμπορικού ισοζυγίου -απ’ τη στιγμή που σήμερα εισάγουμε όχι μόνο βιομηχανικά προϊόντα και ενέργεια αλλά και τα 2/3 των αγροτικών προϊόντων που καταναλώνουμε- με το μερίδιο των μισθών απ’ το 58% του ΑΕΠ το 1981 να έχει πέσει γύρω στο 40% σήμερα, με την ανεργία να τείνει και πάλι να ξεπεράσει το 10% συνολικά και το 25% για τους νέους. Και τέλος με ένα δημόσιο χρέος που τείνει κι αυτό να ξεπεράσει το 100% του ΑΕΠ για να μας θέσει και πάλι κάτω απ’ την επιτήρηση της ΕΕ. Απόλυτα ευθυγραμμισμένη με την ΕΕ και τη ντόπια πλουτοκρατία, η κυβέρνηση, πνιγμένη στα σκάνδαλα και μπροστά στην χειρότερη ύφεση των τελευταίων χρόνων, δεν κάνει άλλο απ’ το να κλιμακώνει την κατεδάφιση κατακτήσεων και δικαιωμάτων, τη φορομπηξία, την τρομοκρατία και την καταστολή σε βάρος του λαού και της νεολαίας, την ίδια ώρα που η Αξιωματική Αντιπολίτευση, ενώ δημαγωγεί ασύστολα ξεχνώντας τις ευθύνες της δικής της διακυβέρνησης, δε βρίσκει να πει ούτε λέξη για την συνολικότερη αντιδραστική πολιτική της ΕΕ.

Μια άλλη επαναστατική και κομμουνιστική Αριστερά που θα μπορέσει να συνδεθεί γερά με τους αγώνες και τις αγωνίες των εργαζόμενων για κατακτήσεις και δικαιώματα είναι σήμερα απαραίτητη για να δώσει διέξοδο και προοπτική πέρα από τις ευρωαυταπάτες του ΣΥΡΙΖΑ και το διασπαστικό ρεφορμισμό του «Κ»ΚΕ. Για την αποδέσμευση της Ελλάδας από το «λάκκο των λεόντων», όπως έλεγαν παλιότερα την ΕΕ, και για τη διάλυσή της, για μια άλλη διεθνιστική προοπτική με τους κοινούς αγώνες των λαών στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη και σ’ όλο τον κόσμο.