ΔΕΚΑΟΚΤΩ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΚΚΕ

ΓΙΑ ΤΑ 90 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

Σε μια περίοδο όπου εντείνεται η κρίση του ιμπεριαλιστικού καπιταλιστικού συστήματος στον κόσμο και στη χώρα μας, αλλά και οι αναζητήσεις των εργαζόμενων για την υπεράσπιση των κατακτήσεων και δικαιωμάτων τους απέναντι στις καταλυτικές επιθέσεις των κυρίαρχων τάξεων· την ίδια ώρα που όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι και αγωνιστές αναζητούν διεξόδους για μια νέα επαναστατική κοινωνική και πολιτική προοπτική σύμφωνα με τις σύγχρονες ανάγκες και δυνατότητες· σ’ αυτές τις συνθήκες, καμιά ανασύνταξη του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος σε νέες βάσεις δεν θα είναι δυνατή κατά τη γνώμη μας, αν δεν στηρίζεται στην κριτική αποτίμηση της ιστορικής του πορείας και πάνω απ’ όλα της πορείας της σημαντικότερης συνιστώσας του, του ιστορικού και ηρωικού κόμματος της εργατικής τάξης στη χώρα μας. Μ’ αυτές τις σκέψεις ανοίγουμε και πάλι το θέμα της μελέτης και της εξαγωγής συμπερασμάτων απ’ την ιστορική πορεία του ΚΚΕ. Μια προσπάθεια που έχουμε επανειλημμένα επιχειρήσει στο παρελθόν και που θα προσπαθήσουμε να κορυφώσουμε σ’ αυτή τη φάση με την έκδοση ειδικού αφιερώματος του Κόκκινου Δελτίου στην επέτειο των 90 χρόνων από την ίδρυση του κόμματος, τον προσεχή Νοέμβρη, αλλά και με την πραγματοποίηση και συμμετοχή μας σε εκδηλώσεις και συζητήσεις στα πλαίσια της επαναστατικής και κομμουνιστικής Αριστεράς.

  1. Και πριν προχωρήσουμε πιο αναλυτικά στους βασικούς σταθμούς της μέχρι τώρα πορείας του, ένα συμπέρασμα προκύπτει για μας με σαφήνεια: ότι από την ίδρυσή του μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘50 το ΚΚΕ, παρά τις όποιες αδυναμίες και τα λάθη του, χαρακτηρίζεται από μεγάλους επαναστατικούς αγώνες, κατόρθωσε να ξεπεράσει ήττες και στραβοπατήματα και είχε γενικά μια ανοδική και ελπιδοφόρα εξέλιξη, πάντα με την προοπτική της κοινωνικής και επαναστατικής χειραφέτησης. Η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει με την πραξικοπηματική επιβολή της αναθεώρησης των επαναστατικών αρχών στο ΚΚΕ και με την αλλαγή του χαρακτήρα του, τη συκοφαντική δυσφήμιση και βίαιη καθαίρεση της νόμιμης ηγεσίας του, την πολυδιάσπαση και την κρίση που επακολούθησε στο ελληνικό αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα συνολικά. Τα συμπεράσματα από την ιστορία του αποτελούν οδηγό και για τη σημερινή του αναγέννηση.

  2. Η δημιουργία του κόμματος της εργατικής τάξης στη χώρα μας δεν έπεσε από τον ουρανό και δεν ήταν «επινόηση» της μιας ή της άλλης ομάδας επαναστατών. Είχε προετοιμαστεί από καιρό μέσα από τις προσπάθειες των διάσπαρτων σοσιαλιστικών ομίλων που προσπαθούσαν να συγχωνεύσουν τις σοσιαλιστικές ιδέες με το εργατικό κίνημα της εποχής. Η ίδρυσή του με την επωνυμία ΣΕΚΕ, στα 1918, πραγματοποιήθηκε μέσα από τη συνένωση αυτών των ομίλων, σε συνθήκες εσωτερικού σπαραγμού των κυρίαρχων τάξεων, ενίσχυσης της εργατικής τάξης με την ανάπτυξη της βιομηχανίας, καταπόνησης των πλατιών λαϊκών μαζών από αλλεπάλληλους πολέμους και με την καταλυτική επιρροή της μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης. Με δυο λόγια, το κόμμα αυτό που το 1920 προσχωρούσε στην 3η Κομμουνιστική Διεθνή και το 1924 ονομαζόταν ΚΚΕ - ελληνικό τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, «το γέννησαν ο πόνος και τα βάσανα του λαού μας και το γαλούχησε, το λίκνισε η μεγάλη ρούσικη επανάσταση» (Ν. Ζαχαριάδη: «Θέσεις για την ιστορία του ΚΚΕ»).

  3. Το ΚΚΕ, από τη στιγμή της ίδρυσής του, δεν σταμάτησε να παλεύει ακούραστα για την οργάνωση και προώθηση των συμφερόντων των εργαζομένων. Με την ίδρυσή του, ωστόσο, μπαίνει σε μια βαθιά και μακρόχρονη εσωτερική κρίση. Κι αυτό γιατί ενώ αντικειμενικά η κατάσταση έχει επαναστατικά χαρακτηριστικά εξαιτίας της πολύπλευρης; κρίσης και των αδιεξόδων των κυρίαρχων τάξεων, το ίδιο το κόμμα δεν είναι σε θέση, δεν μπορεί να τοποθετηθεί σωστά στο πεδίο των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων της περιόδου και να χαράξει την αναγκαία επαναστατική κατεύθυνση. Βρίσκεται ακόμα κάτω από κάθε λογής ξένες επιρροές, μεταφέρνει από έξω γενικές, αφηρημένες, δογματικές θέσεις και διαπιστώσεις, χρησιμοποιεί έτσι είτε αλλιώς αφηρημένη επαναστατική φρασεολογία. Σε συνθήκες κρίσιμων πολιτικών ανακατατάξεων, αδυνατεί να μπει επικεφαλής του λαού και πέφτει σε αριστερές και δεξιές παρεκκλίσεις. Ορισμένοι θεωρούν ότι το Κόμμα έχει ανάγκη «μακράς νομίμου υπάρξεως» μέσα από συμβιβασμούς με τις κυρίαρχες τάξεις, άλλοι κατακρίνουν το «χαμηλό επίπεδο» των μελών του, επιλέγοντας τη γραμμή «πρώτα μόρφωση και ύστερα δράση». Μέσα στις γραμμές του ξεσπάει έντονη εσωκομματική πάλη. Ο οπορτουνισμός (1918-24), ο λικβινταρισμός (1926-28), ο φραξιονισμός χωρίς αρχές (1929-31) απειλούν να το οδηγήσουν στη διάλυση.

  4. Με τη βοήθεια, το 1931, της Κ.Δ. (στην οποία ανήκε ισότιμα το ΚΚΕ και που δεν μπορεί να συγκριθεί με καμιά από τις μεταγενέστερες αντεπαναστατικές επεμβάσεις όταν είχε πια διαλυθεί η Διεθνής), δίνεται μια πρώτη μάχη με τον οπορτουνισμό και αρχίζουν να πραγματοποιούνται αποφασιστικά βήματα για την ωρίμανση και την άνδρωση του κόμματος. Η διόρθωση της πορείας του δεν μπορεί, ωστόσο, να αποδοθεί αποκλειστικά στην Κ.Δ. (είχαν υπάρξει κι άλλες παρεμβάσεις πριν από αυτήν, χωρίς αποτέλεσμα), αλλά πρώτα και κύρια στην ανάδειξη νέας καθοδήγησης με επικεφαλής το Ν. Ζαχαριάδη. Αποκρούοντας τη φραξιονιστική, χωρίς αρχές διαμάχη, στη νέα αυτή περίοδο το ΚΚΕ έβαλε κεντρικό του καθήκον τη μελέτη σε βάθος των αναγκών και των άμεσων διεκδικήσεων της εργατικής τάξης, καθώς και την οργάνωση της πάλης των μαζών μ’ εκείνες τις μορφές που θα ανταποκρίνονταν κάθε φορά στις δοσμένες συνθήκες, για το αδιάκοπο άπλωμα, τη συνένωση και το ανέβασμά τους μέχρι τη μαζική πολιτική απεργία και την επαναστατική εξέγερση. «Βήμα, βήμα. Αίμα, αίμα» ρίζωνε έτσι όλο και πιο βαθιά μέσα στους αγώνες των εργαζομένων, πράγμα που αποτελούσε «το βασικό κρίκο στη σειρά των καθηκόντων του κόμματος, που η κατοχή του θα του επέτρεπε να κρατά ολόκληρη την αλυσίδα».

  5. Η αδιάκοπη αυτή επαφή με το λαό συνέβαλε σημαντικά στη βαθύτερη μελέτη και γνώση της ελληνικής πραγματικότητας. Παρότι η γενική διατύπωση για την επικείμενη επανάσταση που επέλεξε η 6η Ολομέλεια του 1934, θεωρώντας ότι θα έχει «αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα με τάσεις γρήγορης μετατροπής σε προλεταριακή επανάσταση», δεν ήταν σωστή, γιατί στο μεταξύ είχε σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί η αγροτική μεταρρύθμιση και η φτωχομεσαία αγροτιά είχε περάσει κάτω απ’ την εξάρτηση και εκμετάλλευση κρατικοκαπιταλιστικών οργανισμών, καθώς και του τραπεζικού και εμπορικού κεφαλαίου, άνοιξε ωστόσο το δρόμο για να ξεπεραστεί η γενικόλογη συνθηματολογία και για πιο συγκεκριμένες παρεμβάσεις. Αποσαφήνιζε τη σημασία της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και προχώρησε σε βάθος την κριτική του πολιτικοϊδεολογικού οικοδομήματος της «Μεγάλης Ιδέας». Αποκάλυψε σημαντικές κοινωνικές και πολιτικοϊδεολογικές ιδιομορφίες της κατάστασης των μαζών και ανέπτυξε παραπέρα μεθόδους για την απόσπασή τους από την αστική επιρροή. Με τη γραμμή του αντιφασιστικού μετώπου στη δεκαετία του ’30, η εργατική τάξη και το ΚΚΕ διεκδικούσαν κιόλας την ηγεμονία του λαϊκού κινήματος και αναδείχνονταν σε κύριο υπερασπιστή των δημοκρατικών ελευθεριών του λαού, της κοινωνικής απελευθέρωσης και της ανεξαρτησίας του τόπου.

  6. Παραμένοντας ιδεολογικά και πολιτικά αδάμαστο μπροστά στην καταλυτική επίθεση, τις εξορίες και τα βασανιστήρια της αγγλόδουλης, μεταξικής, μοναρχοφασιστικής δικτατορίας, ανέβασε ακόμα περισσότερο το κύρος του μέσα στο λαό. Με το ιστορικό γράμμα του αρχηγού του Ζαχαριάδη μέσα από τις φυλακές, το 1940, το ΚΚΕ έλυσε, πρωτοπόρο σ’ όλη την Ευρώπη, στρατηγικής σημασίας ζητήματα του αντιφασιστικού αγώνα. Έγινε αυτό ο εκφραστής του ΟΧΙ του λαού απέναντι στην επίθεση του άξονα, απομονώνοντας αντιλήψεις που δεν κατανοούσαν το χαρακτήρα του Β΄ παγκόσμιου πολέμου με κούφια συνθήματα για τη μετατροπή του «ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο» και, οργανώνοντας το λαό, μετά τη λιποταξία της αστικής τάξης στην περίοδο της γερμανοϊταλικής κατοχής, τον καθοδήγησε στην εποποιία της Εθνικής Αντίστασης, για να γίνει αυτό «ο συνεχιστής και κληρονόμος των πιο λαμπρών, επαναστατικών, εθνικών παραδόσεων, ό,τι καλύτερου, ηρωικότερου, προοδευτικότερου δημιούργησε ο ελληνικός λαός». Το μεγαλειώδες αυτό κίνημα προδόθηκε γιατί, στις συνθήκες της κατοχής, τα δεξιά οπορτουνιστικά στοιχεία της περιόδου ’18-’31 που κατόρθωσαν να αναρριχηθούν και πάλι στην ηγεσία του κόμματος, δεν ήθελαν και δεν μπορούσαν να κατανοήσουν την αλλαγή της κύριας αντίθεσης στην περίοδο της ήττας και υποχώρησης της χιτλερικής Γερμανίας, για να το οδηγήσουν ύστερα από μια σειρά απαράδεκτους συμβιβασμούς με τον εγγλέζικο ιμπεριαλισμό και την ντόπια ολιγαρχία, στη συνθηκολόγηση και την ήττα.

  7. Αλλά και μετά την ήττα του χιτλερικού φασισμού, στις συνθήκες του κύματος της τρομοκρατίας και του μονόπλευρου εμφυλίου πολέμου που είχαν εξαπολύσει οι Εγγλέζοι ιμπεριαλιστές και οι ντόπιοι υποτακτικοί τους, το ΚΚΕ, με επικεφαλής και πάλι το Ν. Ζαχαριάδη, κατόρθωσε να αντλήσει νέες δυνάμεις και ν’ αντιπαρατάξει ένα δεύτερο μεγάλο ΟΧΙ τόσο απέναντι στους Εγγλέζους, όσο στη συνέχεια και απέναντι στο νέο επίδοξο ηγεμόνα του κόσμου, τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και την ξενόδουλη ελληνική αστική τάξη. Ο δεύτερος αυτός ένοπλος αγώνας ήρθε να ξαναδώσει επαναστατική κατεύθυνση για το λαό, με άμεσο πρόγραμμα τη δίκαιη, δημοκρατική και ειρηνική επίλυση των εσωτερικών ζητημάτων και με στρατηγικό στόχο την οικονομική, πολιτική και πολιτιστική αναγέννηση σε μια «λαοκρατούμενη σοσιαλιστική Ελλάδα». Δεν μπόρεσε να οδηγηθεί στη νίκη επειδή δεν στάθηκε δυνατόν να ολοκληρωθεί η πάλη κατά του οπορτουνισμού που είχε οδηγήσει και στο χαντάκωμα της Εθνικής Αντίστασης. Επειδή δεν αναπτύχθηκαν ολόπλευρα και έγκαιρα οι λαϊκές δυνάμεις στις πόλεις και στην ύπαιθρο κι έτσι δεν μπόρεσαν να αξιοποιηθούν οι άμεσες και έμμεσες εφεδρείες του κινήματος. Τέλος, επειδή με την αντεπαναστατική στροφή της Γιουγκοσλαβίας, άλλαξαν οι συσχετισμοί στα Βαλκάνια και το κίνημα αποκόπηκε σε μεγάλο βαθμό από κάθε εξωτερική στήριξη και βοήθεια.

  8. Ακόμα μια φορά, ύστερα κι από αυτή τη δεύτερη ήττα και την υποχώρηση, το ΚΚΕ κατόρθωσε και πάλι να ανασυγκροτήσει γρήγορα τις δυνάμεις του. Αναπτύσσοντας τη γραμμή για ένα πλατύ αντιαμερικανικό πατριωτικό και δημοκρατικό μέτωπο στην πορεία προς τη σοσιαλιστική επανάσταση, μπήκε και πάλι επικεφαλής του λαϊκού κινήματος, για να αναδειχτεί μέχρι το 1956 ο πόλος συσπείρωσης όλης της προοδευτικής και δημοκρατικής Ελλάδας, ενάντια στην αμερικανοκρατία, την εσωτερική αντίδραση και την υποτέλεια. 


ΞΕΝΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ – ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΤΙΚΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

  1. Η ανατροπή της επαναστατικής φυσιογνωμίας, ο εκφυλισμός και τα διαλυτικά φαινόμενα που επιβλήθηκαν στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, δεν ήταν αποτέλεσμα εσωτερικών διεργασιών και μιας κρίσης με αφετηρία δικές του, κύρια, εσωτερικές αντιθέσεις και προβλήματα. Αντίθετα, μέχρι την περίοδο αυτή, το ΚΚΕ, παρ’ όλο που συνέχιζε στο εσωτερικό του την πάλη με τον οπορτουνισμό, είχε σε μεγάλο βαθμό επουλώσει τις πληγές του από την ήττα και την υποχώρηση του ’49, είχε κατακτήσει μια αναμφισβήτητη ηγεμονική θέση μέσα στο λαϊκό κίνημα, βρισκόταν επικεφαλής ενός πλατιού και ρωμαλέου αντιαμερικάνικου και αντιιμπεριαλιστικού, επαναστατικού και δημοκρατικού κινήματος. Ως αποτέλεσμα των αγώνων όλης αυτής της περιόδου πρέπει να εκτιμήσουμε και την ανάδειξη του αριστερού κινήματος στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης με τις εκλογές του 1958, όταν εξέλεξε 79 βουλευτές στο ελληνικό κοινοβούλιο.

  2. Αυτή την ελπιδοφόρα και ανοδική πορεία ήρθε να ανατρέψει η ανοιχτή εξωτερική επέμβαση και το αντεπαναστατικό πραξικόπημα που διοργάνωσαν από κοινού οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές μαζί με τους ομοϊδεάτες τους οπορτουνιστές και αντεπαναστάτες στις γραμμές του ΚΚΕ, οι οποίοι είχαν επανειλημμένα καταδικαστεί και απομονωθεί από πλατιές δημοκρατικές διαδικασίες. Το πραξικόπημα αυτό, που ξεκίνησε με τα γνωστά γεγονότα της Τασκένδης, συνεχίστηκε με την ανατροπή της επαναστατικής του ηγεσίας και το διορισμό μιας εγκάθετης Κ.Ε. στη διαβόητη 6η και 7η Ολομέλεια, κάτω από την κηδεμονία του ΚΚΣΕ και άλλων ρεβιζιονιστικών κομμάτων της Αν. Ευρώπης. Η αντεπαναστατική αυτή επέμβαση ολοκληρώθηκε με τη βίαιη εκδίωξη της μεγάλης πλειοψηφίας του 85% των κουκουέδων πολιτικών προσφύγων και την πραξικοπηματική διαγραφή τους, με τη διάλυση των παράνομων οργανώσεων του κόμματος στην Ελλάδα, με την αντεπαναστατική σύλληψη, εξορία και την τελική εξόντωση του ηγέτη του Ν. Ζαχαριάδη στο Σουργκούτ της Σιβηρίας.

  3. Το πραξικόπημα αυτό ήταν απαραίτητο για να επιβληθεί η γραμμή της «ειρηνικής συνύπαρξης» και της «ειρηνικής άμιλλας» στις σχέσεις ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον ιμπεριαλισμό, αντί για την ανάπτυξη του προλεταριακού διεθνισμού απέναντι στην παγκόσμια εργατική τάξη και τους λαούς, καθώς και η γραμμή του «ειρηνικού περάσματος» στο σοσιαλισμό στις καπιταλιστικές χώρες. Οι μεγάλοι επαναστατικοί αγώνες, αλλά και οι προδοσίες σε βάρος του ελληνικού εργατικού και λαϊκού κινήματος αποσιωπήθηκαν και συγκαλύφθηκαν πίσω από τη συκοφαντική, ατεκμηρίωτη και αφοριστική καταδίκη ως «αριστερίστικης» και «σεχταριστικής» της πολιτικής του σ. Ν. Ζαχαριάδη – της πολιτικής δηλαδή που είχε φέρει την εργατική τάξη και το κόμμα της επικεφαλής των πλατιών λαϊκών μαζών. Ως «σεχταριστική» και «τυχοδιωκτική» καταδικάστηκε και η στρατηγική κατεύθυνση του ΚΚΕ που είχε προτείνει η 4η Ολομέλεια του 1953, διορθώνοντας προηγούμενα λάθη με τη συνόψιση όλης τη μέχρι τότε πείρας και των επεξεργασιών του κόμματος, όπου τονιζόταν ότι « η μελλοντική λαϊκή επανάσταση στην Ελλάδα θα είναι λαϊκοδημοκρατική–σοσιαλιστική. Η εξουσία που θα εγκαθιδρυθεί θα είναι λαϊκή δημοκρατία και θα εκπληρώνει τις λειτουργίες της δικτατορίας του προλεταριάτου».

  4. Με τον ισχυρισμό ότι το Σχέδιο Προγράμματος του ’53 «πηδούσε ολόκληρο στάδιο της επανάστασης», η νέα εγκάθετη ηγεσία ανέπτυξε με την 6η Ολομέλεια εκτιμήσεις για ένα «αστικοδημοκρατικό στάδιο», χάραξε το δρόμο για μια «δημοκρατική αλλαγή» που, απογυμνώνοντας την «απαλλαγή» της χώρας από τα «ξένα ιμπεριαλιστικά δεσμά» και την «ανεξαρτησία» από κάθε κοινωνικό και σοσιαλιστικό περιεχόμενο, θα πραγματοποιόταν δήθεν «ειρηνικά, χωρίς εμφύλιο πόλεμο». Στην υπηρεσία αυτής της κατεύθυνσης επινοήθηκε χωρίς καμιά επιστημονική ανάλυση, και η ύπαρξη μιας «εθνικής αστικής τάξης», η οποία «δείχνει τάσεις αντίστασης στην ξενική εξάρτηση». Εγκαινιάστηκε έτσι η ολέθρια γραμμή ουράς απέναντι στα αστικά κόμματα που χαντάκωσε το κομμουνιστικό κίνημα τα επόμενα χρόνια.

  5. Η ευθυγράμμιση με την πολιτική της Ένωσης Κέντρου στη δεκαετία του ’60· οι οπορτουνιστικές αυταπάτες για το ρόλο και τις επιδιώξεις του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας αντίδρασης, που άφηναν ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά ανέτοιμο το λαϊκό κίνημα απέναντι στο φασιστικό πραξικόπημα της 21ης του Απρίλη 1967· το βάθεμα της κρίσης του οπορτουνισμού και η νέα διάσπαση ανάμεσα σε «ΚΚΕ» και «ΚΚΕ εσ.» το 1968· η πολυδιάσπαση και η βαθιά καταλυτική κρίση του αριστερού και κομμουνιστικού μας κινήματος· η συστηματική υπονόμευση του αυτόνομου και επαναστατικού αντιφασιστικού κινήματος στα χρόνια της φασιστικής δικτατορίας, στο όνομα της συμμαχίας με την αστική αντιπολίτευση· η καταδίκη της λαϊκής εξέγερσης του Πολυτεχνείου, που χαρακτηρίστηκε «προβοκάτσια» από την εγκάθετη ηγεσία του «ΚΚΕ»· όλ’ αυτά ήταν νομοτελειακή συνέπεια και συνέχεια της αντεπαναστατικής στροφής του 1956.

  6. Αντίστοιχα, η δήλωση νομιμοφροσύνης του Ν. 59 στα χρόνια της μεταπολίτευσης· η ολόπλευρη υποταγή στο ΚΚΣΕ από το Χρουστσόφ μέχρι τον Μπρέζνιεφ με το «κράτος όλου του λαού» και το κόμμα όλου του λαού» που είχαν επινοήσει, και στη συνέχεια μέχρι τον Γκορμπατσόφ, ακόμα και το Γέλτσιν με την «γκλάσνοστ» και την «περεστρόικα», που όλους τους χαιρέτιζαν και τους στήριζαν ως αναμφισβήτητους ηγέτες του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος· η αυξανόμενη γραφειοκρατικοποίηση και αποστέωση του ρεβιζιονιστικού «ΚΚΕ», παράλληλα με τις τραμπούκικες επιθέσεις ενάντια σε κάθε αριστερή επαναστατική προσπάθεια, καθώς και η συστηματική υπονόμευση του αυτόνομου ταξικού και αγωνιστικού χαρακτήρα του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος· αυτή είναι και η πρόσφατη εικόνα του ρεβιζιονισμού που γνώρισε το εργατικό και λαϊκό μας κίνημα μετά την κατάρρευση της φασιστικής χούντας. Αποκορύφωμα του δεξιού αντεπαναστατικού κατήφορου που μετέτρεψε το πάλαι ποτέ επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης σε υποτακτικό και «κατοικίδιο» του συστήματος, υπήρξε η ίδρυση του ΣΥΝ πάνω σε απροκάλυπτα σοσιαλδημοκρατικές θέσεις και η ανοιχτή σύμπραξη με τη δεξιά και το ΠΑΣΟΚ. Σε συνεργασία με το σύνολο της ντόπιας πλουτοκρατικής ολιγαρχίας, μέσα από την κυβέρνηση Τζαννετάκη, την οικουμενική κ.λπ., η εκφυλισμένη ηγεσία του «ΚΚΕ» συνέπραξε έτσι στη μεθόδευση της νέας αντιδραστικής λαίλαπας του «νεοφιλελευθερισμού», που εξαπολύθηκε σε βάρος των πλατιών λαϊκών μαζών εδώ και πάνω από μια δεκαετία. 

  7. Παρά την ολοκληρωτική χρεοκοπία της ρεβιζιονιστικής ιδεολογίας, των στρατηγικών επιλογών και της πολιτικής τους, με την κατάρρευση και διάλυση της πρώην ΕΣΣΔ και των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», αλλά και με το φιάσκο της ανοιχτής και σε βάρος των λαϊκών μαζών σύμπραξής τους με τα κόμματα της ολιγαρχίας στη χώρα μας, και η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ αποδείχνεται ανίκανη για ουσιαστική αυτοκριτική και αλλαγή πορείας. Πέρα από κάποια απροσδιόριστα «λάθη» και «παρεκκλίσεις», αδυνατεί να εκτιμήσει την ολοκληρωτική επικράτηση των ταξικών δυνάμεων που εκπροσωπούσαν τον καπιταλιστικό δρόμο με τη χρουστσοφική και μπρεζνιεφική αντεπανάσταση, θεωρώντας ανοιχτά αντεπαναστατικές μόνο τις τελευταίες εξελίξεις επί Γκορμπατσόφ, όταν είχαν πια υπονομευτεί τα θεμέλια του σοσιαλισμού και της δικτατορίας του προλεταριάτου και ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» βάδιζε πια πλησίστιος προς την κατάρρευση.

  8. Ακόμα, οι σημερινοί καθοδηγητές του έχουν το θράσος να ισχυρίζονται ότι το «ΚΚΕ» «αντιπάλεψε και αντιμετώπισε, με ανοιχτή αυτοκριτική, τις συνέπειες από λάθη και παρεκκλίσεις που σημειώθηκαν στη μακρόχρονη και πολυκύμαντη διαδρομή του» και να τονίζουν ότι πάντα «αντιπάλεψε την αντίληψη της ταξικής συνεργασίας ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και θύματα εκμετάλλευσης». Κι αυτό τη στιγμή που δεν βρίσκουν λέξη να πουν για την πραξικοπηματική διάλυση του παλιού επαναστατικού ΚΚΕ με την 6η και 7η Ολομέλεια. Που δεν έχουν την τσίπα να ζητήσουν ούτε ένα «συγνώμη» απέναντι στις δεκάδες χιλιάδες τα μέλη και την παλιά επαναστατική ηγεσία του για την προδοσία των ηρωικών τους αγώνων, για τις διώξεις και τα εγκλήματα που διαπράχτηκαν σε βάρος τους. Όταν δεν είναι σε θέση να διαπιστώσουν κανένα «λάθος» και καμιά «παρέκκλιση» στη γραμμή που εφαρμόστηκε πριν, στη διάρκεια και μετά τη φασιστική χούντα. Όταν η διαβόητη και χρεοκοπημένη για το λαό Συγκυβέρνηση Τζαννετάκη, η Οικουμενική κ.λπ. δεν αποτελούν γι’ αυτούς παραδείγματα «ταξικής συνεργασίας».

  9. Αυτή η βαθιά αναξιοπιστία και αφερεγγυότητα χαρακτηρίζει και τις σημερινές θέσεις και την πρακτική του «ΚΚΕ». Έτσι, ενώ διακηρύσσει από το 15ο Συνέδριό του την «κατάργηση των δύο σταδίων που είχε επεξεργαστεί το 9ο και το 10ο Συνέδριο» και διαπιστώνει ότι έχουν ωριμάσει «οι υλικές προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό στη χώρα μας», αποφεύγει οποιαδήποτε αποστασιοποίηση από την ως τώρα κυρίαρχη γραμμή του «ειρηνικού περάσματος» και δεν παύει να δεσμεύεται από την υπογραφή του κάτω από τον αντικομμουνιστικό Ν. 59. Οι «αριστερές», «ταξικές κορόνες» του, τα «πέντε κόμματα-δύο πολιτικές» κ.λπ. δεν αποτελούν παρά στάχτη στα μάτια των πιο συνειδητών ταξικά εργαζομένων που αναζητούν αγωνιστική διέξοδο από τη σημερινή καπιταλιστική βαρβαρότητα. Αντίστοιχα και το «αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό, δημοκρατικό μέτωπο» που προτείνει, χωρίς ποτέ να έχει προσδιορίσει σε ποιους απευθύνεται, με στόχο του τη «λαϊκή εξουσία – λαϊκή οικονομία» δεν αποτελεί παρά μια νέα ουτοπική, τυχοδιωκτική κι ανεφάρμοστη επανέκδοση των ρεφορμιστικών ρεβιζιονιστικών αντιλήψεων του «ΚΚΕ» που υπόσχονταν και συνεχίζουν να υπόσχονται τον εξανθρωπισμό του συστήματος πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Αποκορύφωμα της ψευτοαριστερής στροφής το 17ο Συνέδριό του που καταλήγει στην εκτίμηση ότι «Ενισχύθηκαν τα βασικά γνωρίσματα του ιμπεριαλιστικού σταδίου του ελληνικού καπιταλισμού», για να καταλήξει όμως σε μια τακτική που αρνείται κάθε πραγματική ενιαιομετωπική δράση μέσα στο κίνημα, σνομπάρει την ενότητα «με βάση το πρόβλημα», διαπνέεται απ’ την εκτίμηση ότι δεν υπάρχουν σήμερα προϋποθέσεις για νικηφόρους αγώνες, αλλά ότι αποκλειστικό μέλημα δεν μπορεί να είναι άλλο απ’ την «ενίσχυση» του ΚΚΕ. Με αποτέλεσμα την υπονόμευση και διάσπαση όλων των αγώνων της περιόδου, από τον αγώνα των φοιτητών για το άρθρο 16 μέχρι την πάλη κατά του Ασφαλιστικού, των ιδιωτικοποιήσεων κ.λπ. Και με συνέπεια από κόμμα «αγώνων και θυσιών» το σημερινό «ΚΚΕ» να έχει καταλήξει σε ένα κόμμα υπονόμευσης της ταξικής και αγωνιστικής ενότητας των εργαζόμενων, του σεκταρισμού και της ψηφοθηρίας.

  10. Χιλιάδες μέλη και στελέχη του παλιού ΚΚΕ στη μεγάλη πλειοψηφία τους αντιτάχθηκαν από την πρώτη στιγμή στη διεθνή λαίλαπα του ρεβιζιονισμού, στην αντεπαναστατική, πραξικοπηματική επέμβαση στα εσωτερικά του κόμματός τους. Στην προσφυγιά, στις εξορίες, στις φυλακές, στην παρανομία είναι αμέτρητες οι μαρτυρίες για την ηρωική αντίσταση που αντέταξαν στη διάβρωση, τη διάλυση και τον εκφυλισμό του κινήματός τους. Πολλοί καινούριοι αγωνιστές ακολούθησαν το παράδειγμά τους. Και η προσφορά όλων αυτών δεν περιορίζεται στην υπεράσπιση των αρχών και της γενικής γραμμής της προλεταριακής επανάστασης. Είναι γνωστό ότι χωρίς τις επαναστατικές πρωτοβουλίες και τη δράση των μαρξιστών–λενινιστών και των επαναστατών κομμουνιστών, ίσως και να μην είχε υπάρξει η λαϊκή εξέγερση του Πολυτεχνείου· ότι στα χρόνια της μεταπολίτευσης αυτοί ήταν κυρίως που υπεράσπισαν τις επαναστατικές παραδόσεις, τη νομιμότητα των επαναστατικών ιδεών και της επαναστατικής δράσης. Ωστόσο, καμιά από τις συνιστώσες του κινήματος αυτού δεν έχει μπορέσει να εκπληρώσει μέχρι σήμερα τους διακηρυγμένους στόχους της για την ανασυγκρότηση του επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας. Εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονους υποκειμενισμούς, διαφόρων ειδών παρεκκλίσεις, σεκταρισμούς και πολυδιάσπαση. Η αποτίμηση και αυτών των προσπαθειών δεν μπορεί παρά να αποτελεί και αυτή τμήμα του κριτικού και αυτοκριτικού απολογισμού της 90χρονης ιστορίας του κομμουνιστικού μας κινήματος. Ενός απολογισμού και του ίδιου του ΕΚΚΕ που θα καταθέσουμε με αφορμή την μεγάλη ιστορική επέτειο του προσεχούς Νοέμβρη.