Μαζική η Παναθηναϊκή Συγκέντρωση-συζήτηση

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το μήνυμα των αγωνιστών είναι:

ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ με την ΑΡΙΣΤΕΡΑ της ΝΙΚΗΣ και της ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ

Εισήγηση του Συντονιστικού και τοποθετήσεις για την παρέμβαση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς

στα μέτωπα και τους αγώνες της επόμενης περιόδου 

 

Μαζική ήταν η συγκέντρωση-συζήτηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη Γεωπονική στις 15 Ιουλίου. Παρόντες εκατοντάδες αγωνιστές από όλες τις τοπικές συνελεύσεις και πρωτοβουλίες του Λεκανοπέδιου. Η Συγκέντρωση ξεκίνησε με την εισήγηση του Συντονιστικού του Μετώπου, που παρουσίασε η σ. Μαρία Ζευγώλη.

Στη συνέχεια το λόγο πήραν δεκάδες αγωνιστές. Τοποθετήθηκαν οι συνιστώσες και διαβάστηκαν-παρουσιάστηκαν αποφάσεις τοπικών συνελεύσεων. Πλούσιος ο διάλογος και ο προβληματισμός για την παρέμβαση στα μέτωπα και τις μάχες της επόμενης περιόδου. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πάρει πρωτοβουλίες στους αγώνες και τα πολιτικά μέτωπα, ενάντια στην αντιλαϊκή πολιτική και τα νέα αντεργατικά μέτρα.

Διαβάστε την Εισηγητική τοποθέτηση του Συντονιστικού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην Παναθηναϊκή Συγκέντρωση-Συζήτηση.

 

 

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ 15/07/2009 

 

Συντρόφισσες και σύντροφοι φίλες και φίλοι, 

 

Συγκεντρωθήκαμε σήμερα για να συζητήσουμε για τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών σε ένα τοπίο βαθιάς κρίσης του συστήματος, της οποίας η έκβαση είναι απροσδιόριστη, και ταυτόχρονα για να προγραμματίσουμε τη δραστηριότητά μας για το επόμενο διάστημα.  Εκτιμάμε καταρχάς ότι τα εκλογικά αποτελέσματα δεν αίρουν την πολιτική αστάθεια, σε συνθήκες βαθέματος της κρίσης του συστήματος, καθώς η κυβέρνηση επιχειρεί πλέον από χειρότερες θέσεις να διαχειριστεί αντεργατικές επιθέσεις για λογαριασμό του ΣΕΒ, της ΕΕ και να συμβάλει στα ιμπεριαλιστική σχέδια των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ.  

Το εκλογικό αποτέλεσμα αποτελεί οπωσδήποτε καταδίκη της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ, η οποία προσπαθεί να μεταφέρει το κόστος της οικονομικής κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων. Η κυβέρνηση της ΝΔ πλήρωσε το κόστος των ιδιωτικοποιήσεων, του αυταρχισμού και της καταστολής, της αντιεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, της πλήρους συμμόρφωσης με τις αντεργατικές εντολές της ΕΕ και τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ-ΕΕ κατά των λαών της περιοχής.  Παράλληλα, η μεγάλη αύξηση της αποχής από τη μια πλευρά στοιχεία φθοράς του πολιτικού συστήματος, από την άλλη σχετίζεται με την προσπάθεια του συνασπισμού εξουσίας να οριοθετήσει την κοινωνική διαμαρτυρία σε ανέξοδες για το σύστημα κατευθύνσεις, έτσι ώστε να μην εκφραστεί σε αριστερή προοπτική. Η ΝΔ αποτελεί πλέον κυβέρνηση μειοψηφίας χωρίς νομιμοποίηση να προχωρήσει σε νέες αντιλαϊκές τομές. Γι’ αυτό επιδιώκει τη νομιμοποίηση της από το κεφάλαιο προχωρώντας από την επομένη κιόλας των εκλογών σε ακόμα πιο αντιδραστικές πολιτικές. Η επίθεση στις λαϊκές ελευθερίες, η στοχοποίηση των μεταναστών ως υπευθύνων για την κρίση, συνολικά η υιοθέτηση αντιδραστικών ρατσιστικών και αντιμεταναστευτικών πολιτικών, δεν πρόκειται να σταθεροποιήσουν τη θέση της, αντίθετα θα οξύνουν περισσότερο τις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις.

Η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να ενσωματώσει την κοινωνική δυσαρέσκεια και η σοβαρή απώλεια ψήφων που κατέγραψε, οφείλονται τόσο στη συναίνεση του προς την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική και την ανύπαρκτη αντιπολίτευση του, όσο και στο βαθιά αντιδραστικό και νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα και πολιτικό λόγο του. Η «μηδενική ανοχή προς τη λαθρομετανάστευση» που πρότεινε από την επομένη κιόλας των εκλογών είναι ενδεικτική των όσων προοιωνίζονται σε περίπτωση που καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αυτοδύναμα ή με συνεργασία, σχηματίσει κυβέρνηση μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές.  Ωστόσο το ΠΑΣΟΚ, μέσα και από τη στήριξη βασικών κέντρων εξουσίας διατηρεί μετά τις εκλογές πολιτικό προβάδισμα και προετοιμάζεται από την αστική τάξη ως ο βασικός εναλλακτικός πολιτικός διαχειριστής. Γι’ αυτό το πολιτικό μέτωπο απέναντι στο ΠΑΣΟΚ αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία την επόμενη περίοδο. 

Η σημαντική ενίσχυση της ακροδεξιάς, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη, αποτέλεσμα και της ανεπάρκειας της Αριστεράς, είναι εξέλιξη ανησυχητική. Αποτυπώνει τις δραματικές συνέπειες της αυταρχικής και ρατσιστικής στροφής, όχι μόνο στη ρητορική αλλά και στην πρακτική των κομμάτων εξουσίας και των κυβερνήσεων της Ευρώπης φρούριο. Στο βαθμό δε που η αστική τάξη κατορθώνει να μετατρέψει την ταξική σύγκρουση σε σύγκρουση στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, η εξέλιξη αυτή καθίσταται κοινωνικά επικίνδυνη.  Η ενίσχυση των Οικολόγων Πρασίνων, αποτέλεσμα και μιας προσπάθειας να διοχετευτεί μέρος της δυσαρέσκειας σε κατευθύνσεις ακίνδυνες για το σύστημα, εξέφρασε σε ένα βαθμό την ευαισθητοποίηση για τα τεράστια περιβαλλοντικά προβλήματα καθώς και την αναζήτηση της λύσης σε σχηματισμούς πέραν των κομμάτων εξουσίας. Ωστόσο τα πολιτικά όρια αυτού του σχηματισμού είναι πολύ περιορισμένα καθώς προτείνει τη διαχείριση του συστήματος με «πράσινη ανάπτυξη», δηλώνοντας μάλιστα την ετοιμότητά του να συμμετάσχει στα επόμενα κυβερνητικά σχήματα, αποτελώντας συμπληρωματικό στοιχείο για τις αστικές πολιτικές δυνάμεις.  

Ο ΣΥΡΙΖΑ αποδείχτηκε ανίκανος να εκφράσει μαζικά την πλατιά κοινωνική απαξίωση της κυρίαρχης πολιτικής γιατί δεν κατάφερε να ξεκαθαρίσει γενικότερα το ζήτημα της στρατηγικής του «προοδευτικού εκσυγχρονισμού» και ειδικότερα της κεντροαριστερής συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τη στάση του απέναντι στην ΕΕ και την πολιτική της, με αποτέλεσμα όλες οι διατυπώσεις θέσεων που σηματοδοτούσαν «αριστερή στροφή», που είχε αναγκαστεί να υιοθετήσει από τις εξελίξεις και την πίεση των λαϊκών στρωμάτων, να εξανεμιστούν προεκλογικά κι έτσι μετεκλογικά να παρουσιάζει διαλυτικά φαινόμενα και κρίση πολιτικής φυσιογνωμίας και προοπτικής. Η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ αποτυπώνει ακριβώς τα όρια της λογικής του «αντινεοφιλελεύθερου μετώπου» και του «αριστερού κυβερνητισμού» σε μια συγκυρία που απαιτεί ξεκάθαρες απαντήσεις και όχι ταλαντεύσεις. Μέσα από τη μετεκλογική του κρίση και τις αντιφάσεις του δείχνει ότι, σε πείσμα των όσων προπαγανδίστηκαν, είναι ένα εγχείρημα όπου αντί για την δημοκρατία και τη συμμετοχή βασιλεύουν οι μηχανισμοί, οι διάδρομοι και οι κάθε είδους ισορροπίες, διαψεύδοντας έτσι τις ελπίδες όσων αγωνιστών στράφηκαν προς τα εκεί.  

Το ΚΚΕ, με την εμμονή του στις πιο παρωχημένες εκδοχές ενός συστήματος αντιλήψεων και πρακτικής που αποτέλεσαν και τη βαθύτερη αιτία της ιστορικής ήττας, και λειτουργούν απωθητικά για τις πλατιές μάζες των εργαζομένων, επιδίδεται, σχεδόν αποκλειστικά στην καταγγελία του κεφαλαίου και των πολιτικών του, και την παρέμβαση στους θεσμούς. Με το σεκταρισμό στον οποίο επιμένει, στο όνομα της μοναδικής «ορθής άποψης», απέχει από κρίσιμα μέτωπα της ταξικής πάλης, (όταν δε τα καταγγέλλει), σπέρνει την ηττοπάθεια και τη λογική «τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει», αποδυναμώνοντας το μαζικό κίνημα. Όλα αυτά προκάλεσαν τη σοβαρή εκλογική του μείωση σε μια περίοδο σαφούς αμφισβήτησης των κομμάτων εξουσίας. Εκτός αυτών η πολιτική στρατηγική του ΚΚΕ υποτάσσεται στον εκλογικισμό, δηλαδή στην υποτίμηση της μαζικής εξωκοινοβουλευτικής πάλης και στην εξαργύρωση της κοινωνικής διαμαρτυρίας για την ενίσχυση αποκλειστικά του εκλογικού μπλοκ. Τα χαρακτηριστικά του αυτά το οδηγούν σε βασικά μέτωπα να ανταγωνίζεται ή και να στέκεται εχθρικό στο κοινωνικό κίνημα. Αποκορύφωμα αποτέλεσε η στάση του απέναντι στην κοινωνική έκρηξη του Δεκέμβρη.  

Το εκλογικό αποτέλεσμα του Μετώπου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με δεδομένη την εξαιρετικά πρόσφατη συγκρότηση του και τον πλήρη αποκλεισμό του από τα ΜΜΕ, αποτελεί ένα πρώτο μικρό αλλά ενθαρρυντικό βήμα για τη συνέχεια και την αναβάθμιση του. Αποτελεί οπωσδήποτε μια συνειδητή αριστερή ριζοσπαστική ψήφο και εκφράζει τις προσδοκίες ενός ακόμη ευρύτερου δυναμικού από αυτό που έχει ήδη στρατευθεί. Αυτές οι προσδοκίες καθιστούν για μας επιτακτικό το καθήκον να αναγνωρίσουμε τις αδυναμίες μας, όπως την ελλιπή σύνδεση με τις μάζες, την απειρία σε πολλά ζητήματα, αλλά και τις παραλυτικές διαδικασίες και τους μικροκομματισμούς που ενίοτε ανακύπτουν και να προσπαθήσουμε να τις υπερβούμε, ώστε να δώσουμε προοπτική στον κόσμο της Αριστεράς αλλά και στις μάζες των εργαζομένων που εγκλωβίζονται στη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ και αναζητούν διέξοδο.  Στα θετικά στοιχεία της παρουσίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορούν να συμπεριληφθούν η προσπάθειά της την προεκλογική περίοδο να συνδυάσει την εκλογική μάχη αφενός με την παρέμβαση σε σημαντικά μέτωπα (ρατσισμός, καταστολή, ριζοσπαστική παρέμβαση στις εργατικές κινητοποιήσεις) και τη συμμετοχή σε σημαντικές κινητοποιήσεις όπως αυτή στις 2 Απρίλη, την Πρωτομαγιά, στις 9 Μάη, στις 29 Μάη, αφετέρου με το άνοιγμα της συζήτησης σε τοπικό επίπεδο για στρατηγικά ζητήματα όπως η κρίση ή ο ρόλος της Ε.Ε. Ήταν η μόνη δύναμη της Αριστεράς που οργάνωσε προεκλογικά μια τέτοια παρέμβαση σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο και αυτό αποτελεί μια σοβαρή παρακαταθήκη. Από την άλλη πλευρά το εκλογικό αποτέλεσμα, παρά τα ορισμένα θετικά στοιχεία του, δεν αντιστοιχεί στους μακροπρόθεσμους πολιτικούς στόχους και επιδιώξεις της για την αυτοτελή έκφραση σε πολιτικό επίπεδοι ενός υπαρκτού κοινωνικού ρεύματος που να κινείται σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Εκφράζεται και για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, έστω και με διαφορετικό τρόπο από την υπόλοιπη Αριστερά, η αδυναμία να εκφράσει πολιτικά σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση τη διάχυτη κοινωνική δυσαρέσκεια στο φόντο της κρίσης. 

Οι εργαζόμενοι, οι αγρότες, τα πλατιά λαϊκά στρώματα, βρίσκονται αντιμέτωποι με την οικονομική κρίση και την προσπάθεια να πληρώσουν το κόστος της οι εργαζόμενοι. Η κρίση αυτή δείχνει ότι παρά τις εκτεταμένες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις των προηγούμενων δεκαετιών, την ένταση της εκμετάλλευσης, την αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, τις ιδιωτικοποιήσεις, πολιτικές τις οποίες ενίσχυσε η διεθνοποίηση του κεφαλαίου, η πρακτική των πολυεθνικών επιχειρήσεων, οι διεθνείς οργανισμοί του κεφαλαίου και οι ιμπεριαλιστικές ολοκληρώσεις όπως η ΕΕ, οι τάσεις υπερσυσσώρευσης παρέμειναν ενεργές μέσα στον πυρήνα του συστήματος της εκμετάλλευσης. Την ίδια στιγμή αποδεικνύεται ότι η υπερδιόγκωση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας και η λειτουργία του χρηματιστικού κεφαλαίου κάθε άλλο παρά αποτελούν «εκσυγχρονισμό» και «πρόοδο» αλλά μηχανισμούς που αφού οδήγησαν στη ληστρική εκμετάλλευση των εργαζομένων μετατράπηκαν σε παράγοντες έντασης της οικονομικής κρίσης, αναδεικνύοντας το βαθύτερο ανορθολογισμό και την κοινωνική βαρβαρότητα του σύγχρονου καπιταλισμού. Και τώρα έρχονται οι δυνάμεις του κεφαλαίου και τα κόμματα εξουσίας να ζητήσουν ακόμη περισσότερη λιτότητα, μείωση του εργατικού κόστους, απολύσεις και εξαθλίωση για να σωθούν από την οικονομική κρίση αυτοί ακριβώς που τη δημιούργησαν. Δείχνουν έτσι ότι όπως η κρίση δεν είναι ούτε φυσικό φαινόμενο, ούτε τεχνικό ζήτημα, αλλά αποτέλεσμα ταξικών στρατηγικών, έτσι και η μορφή της εξόδου από αυτήν θα κριθεί από την ταξική πάλη.  Η βαθιά κρίση του συστήματος, οι διαστάσεις της οποίας δεν έχουν ακόμα γίνει ορατές, ιδιαίτερα μάλιστα στην Ελλάδα, αναδεικνύει ως κεντρικό ζήτημα την επίθεση στην εργατική τάξη, για να σαρωθούν όλες οι κατακτήσεις του προηγούμενου αιώνα. Μόνο αν κατανοηθεί αυτό το ζήτημα σε όλη του την έκταση, την σοβαρότητα και την τραγικότητα θα μπορέσουμε να ανιχνεύσουμε τη διέξοδο από την κρίση, δηλαδή τη δυνατότητα άμυνας της εργαζόμενης κοινωνίας και ταυτόχρονα τη δυνατότητα ανασυγκρότησης της εργατικής τάξης και διεκδίκησης από αυτήν της πολιτικής ηγεμονίας και της σοσιαλιστικής διεξόδου με κομμουνιστική προοπτική, που είναι και η μοναδική απάντηση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα.  

Τα μέτρα «αντιμετώπισης της κρίσης» και «αναδιάρθρωσης» της οικονομίας που παίρνει η κυβέρνηση από την επόμενη μέρα των εκλογών και αυτά που σχεδιάζει να πάρει από το Σεπτέμβρη, υπηρετούν τους στόχους του κεφαλαίου και της ΕΕ και επιδεινώνουν δραματικά τους όρους ζωής της εργατικής τάξης και ευρύτατων ακόμη στρωμάτων (αγροτών, αυτοαπασχολούμενων) που προλεταριοποιούνται, αυξάνοντας το στρατό των ανέργων. Σημειώνουμε ενδεικτικά τα πρόσφατα φορολογικά μέτρα αύξησης της έμμεσης φορολογίας καθώς και το δεύτερο κύμα που ετοιμάζεται κατάργησης όλων των φοροαπαλλαγών, που πλήττουν μόνο την εργαζόμενη κοινωνία. Επίσης την πλήρη διάλυση της κοινωνικής ασφάλισης, που προωθείται με το διαχωρισμό υγείας σύνταξης. Την καθιέρωση την εκ περιτροπής εργασίας, δηλαδή την πλήρη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων. Το σοβαρό περιορισμό των βαρέων ανθυγιεινών επαγγελμάτων και των αναπηρικών συντάξεων. Την εκ νέου αναθεώρηση της ΚΑΠ, έτσι ώστε από 900.000 αγρότες σήμερα το 2010 να μείνουν 650.000 και το 2013 μόνο 300.000. Τις πολιτικές που προωθεί το Υπουργείο Παιδείας, μέσα από τον κακόφημο «Διάλογο για την Παιδεία» και που περιλαμβάνουν τη νομιμοποίηση των ιδιωτικών ΑΕΙ, την εμπέδωση της στρατηγικής της Μπολόνια, την αξιολόγηση – χειραγώγηση της εκπαίδευσης. Τα μέτρα αυτά, ιδιαίτερα εάν τα δούμε στο φόντο της κρίσης, πλήττουν το σύνολο της εργαζόμενης κοινωνίας, που έχει πλέον εξαντληθεί και εμπεδώσει ότι με αυτές τις πολιτικές δεν υπάρχει προοπτική ικανοποίησης ούτε των στοιχειωδών αναγκών της. Στο πλαίσιο αυτό ο συνασπισμός εξουσίας και οι πολιτικοί εκφραστές του (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΛΑΟΣ) περιμένουν νέες εκρήξεις κοινωνικών αντιστάσεων, από τη στιγμή μάλιστα που έχουν και την εμπειρία της εξέγερσης του Δεκέμβρη. Γι’ αυτό το λόγο αποτελεί στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου και των πολιτικών εκφραστών του η ένταση του αυταρχισμού και της καταστολής και η συνεχής περιστολή κοινωνικών πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων.

Η λογική του νόμου και της τάξης αξιοποιείται ώστε να θωρακιστεί η γενικότερη επίθεση στη στους εργαζομένους και τη νεολαία, αλλά και για να υπάρξει συνολικότερη μετατόπιση του πολιτικού συσχετισμού σε συντηρητικότερη κατεύθυνση. Αυτός είναι ο λόγος που τα άμεσα πολιτικά μέτρα της κυβέρνησης μετά τις εκλογές, με την ενεργό συμμετοχή του ΛΑΟΣ και την ανοιχτή και απροκάλυπτη στήριξη του ΠΑΣΟΚ, αφορούσαν τη κατασταλτική θωράκιση απέναντι στα κοινωνικά κινήματα και την περαιτέρω ποινικοποίηση της μετανάστευσης. Έτσι έχουμε: α) τα ιδιώνυμε και την ποινικοποίηση της κουκούλας, β) τη γενίκευση της παρακολούθησης με την καθολική ενεργοποίηση των καμερών και τη χρήση μαζικών υποκλοπών, γ) μέτρα όπως τη γενική απόσπαση DNA ακόμη και για κατηγορίες σε βαθμό πλημμελήματος, δ) την αναβάθμιση του ρόλου της ΕΥΠ στην αντιμετώπιση του κοινωνικού κινήματος, ε) Τα πογκρόμ ενάντια στους μετανάστες και τη συγκρότηση στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ιδιαίτερα η επίθεση ενάντια στους μετανάστες και τη νεολαία αντανακλά την προσπάθεια των μηχανισμών ιδεολογικής χειραγώγησης – και κυρίως των ΜΜΕ – να μεταφερθεί η ταξική σύγκρουση στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό και αξιοποιούνται στην κυβερνητική πολιτική οι απόψεις του ΛΑΟΣ, ενώ χρησιμοποιούνται και οι συμμορίες της Χρυσής Αυγής. Οι απελάσεις και οι επιχειρήσεις σκούπα, οι ξυλοδαρμοί και οι κάθε είδους εξευτελισμοί των μεταναστών, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που ετοιμάζουν, αναδεικνύουν το ζήτημα της αντιμεταναστευτικής πολιτικής και του ρατσισμού ως αιχμή στη συγκυρία.  Στο κοινωνικοπολιτικό τοπίο που διαμορφώνεται εκτιμάμε ότι το επιτακτικό καθήκον που αναδεικνύεται για την αριστερά είναι, αφενός η αποτελεσματική αντίσταση για τον περιορισμό των απωλειών για τους εργαζόμενους, αφετέρου η συγκρότηση του εργατικού και του ευρύτερου Λαϊκού κινήματος και της κατακερματισμένης εργατικής τάξης και ο αγώνας για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και τη διεκδίκηση του σοσιαλισμού και του Απελευθερωτικού Κομμουνιστικού οράματος.  

Η δουλειά μας για την αμέσως επόμενη περίοδο θα πρέπει να προγραμματισθεί με άξονα τα δύο κύρια μέτωπα της επίθεσης, δηλαδή τις πολιτικές για την αντιμετώπιση της κρίσης σε όλα τα επίπεδα που αυτές εκδηλώνονται (εργασιακό, δημοσιονομικό, υγεία, παιδεία, πρόνοια, ιδιωτικοποιήσεις, ελεύθεροι χώροι) και το μέτωπο της καταστολής και του περιορισμού των δικαιωμάτων και ελευθεριών, με αιχμή της περιόδου το μεταναστευτικό. Η μετωπική αντίσταση και η ενότητα στη δράση, παράλληλα με την προβολή της δικής μας άποψης για τα αίτια της κρίσης και για την αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής προοπτικής είναι το δίπολο που θα πρέπει να διαπερνά σαν κόκκινο νήμα την παρέμβασή μας στους μαζικούς χώρους. Η λειτουργία των τοπικών επιτροπών θα αποκτήσει ουσιαστικό να προωθητικό περιεχόμενο με την παρέμβασή τους σε συνδικάτα, συλλόγους γειτονιάς, επιτροπές και πρωτοβουλίες κατοίκων για συγκεκριμένα ζητήματα, συλλόγους γονέων και κηδεμόνων, φοιτητικούς συλλόγους, πολιτιστικά στέκια κλπ. Στους μαζικούς φορείς μεταφέρουμε τα ζητήματα που θεωρούμε ως κύρια και μέσα από αυτούς διεκδικούμε, επιδιώκοντας την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή.  Σε αυτό το πλαίσιο μέσα στην περίοδο επιδιώκουμε:

·         Τη στήριξη, ενίσχυση και διεύρυνση των αριστερών κοινωνικοπολιτικών συσπειρώσεων στους χώρους δουλειάς, στη σπουδάζουσα νεολαία, στις γειτονιές, έτσι ώστε να αποτελέσουν την πρωτοπορία της πάλης ενάντια στις αντιλαϊκές πολιτικής.

·         Τη μάχιμη παρέμβαση στο εργατικό κίνημα μέσα από μια κατεύθυνση αγωνιστικής ταξικής ενότητας των εργαζομένων σε ρήξη με τη λογική του υποταγμένου συνδικαλισμό και δοκιμάζοντας στην πράξη πρακτικές συντονισμού στη βάση (πρωτοβάθμια σωματεία κ.λπ.).

·         Το μαζικό ενωτικό αγώνα απέναντι στα κατασταλτικά μέτρα για την υπεράσπιση των λαϊκών ελευθεριών και του λαϊκού ασύλου.

·         Την προσπάθεια για έναν ενωτικό συντονισμό ενάντια στις ρατσιστικές και αντιμεταναστευτικές πολιτικές από τη σκοπιά μιας εργατικής και δημοκρατικής κατεύθυνσης ταξικής ενότητας και διεθνιστικής αλληλεγγύης.

·         Την προσπάθεια για να υπάρξει ένα μαχητικό ρεύμα αντίστασης στην επίθεση στο περιβάλλον και τους ελεύθερους χώρους μέσα από σχήματα και πρωτοβουλίες κατοίκων αλλά και μέσα από τη στήριξη, ενίσχυση και διαμόρφωση μάχιμων αριστερών αυτοδιοικητικών πρωτοβουλιών.

·         Την επιμονή σε μια κατεύθυνση ενότητας μέσα στους αγώνες και κοινής δράσης την οποία απευθύνουμε ως προ(σ)κληση προς την υπόλοιπη Αριστερά με σκοπό τη μέγιστη αποτελεσματικότητα μέσα στο κίνημα.  

Βασική μας κατεύθυνση είναι οι επόμενοι μήνες να είναι μια περίοδος μεγάλων αγώνων και κοινωνικών συγκρούσεων. Δεν θέλουμε να αφήσουμε το προεκλογικό κλίμα να οδηγήσει στην υποστολή των αγώνων και στην θέσπιση και υλοποίηση αντιλαϊκών πολιτικών. Αντίθετα, θέλουμε να ανατρέψουμε τις πολιτικές της κυβέρνησης, να την κάνουμε να πέσει υπό το βάρος της λαϊκής δυσαρέσκειας και των αγώνων, να κάνουμε καθαρό σε κάθε επίδοξο διαχειριστή ότι έχει να αντιμετωπίσει την ασφυκτική πίεση από το λαϊκό κίνημα και τους αγώνες. Υπάρχουν ακόμα δύο ζητήματα που θα πρέπει να ξεκινήσουν να μας απασχολούν την επόμενη περίοδο. Το ένα είναι η επεξεργασία αξόνων προγραμματικής κατεύθυνσης, που θα δίνουν στόχο στους επιμέρους αγώνες συνδέοντας τα άμεσα αιτήματα με τη σοσιαλιστική προοπτική. Το δεύτερο είναι η οργανωτική συγκρότηση του Μετώπου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Και για τα δύο αυτά ζητήματα η λειτουργία και η εξωστρεφής δράση των τοπικών επιτροπών αλλά και των επιτροπών ανά κλάδο και κοινωνικό χώρο είναι καθοριστική, όσο και η εσωτερική συζήτηση σ’ αυτές.

Δεν θέλουμε μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ που να είναι υπόθεση μόνο των οργανώσεων ή μόνο του συντονιστικού της. Θέλουμε ένα ζωντανό και δημοκρατικό μετωπικό και πολιτικό χώρο που να στηρίζεται στη δημοκρατική συζήτηση όλων των θεμάτων, στην ενεργό συμμετοχή όλων των μελών οργανωμένων και ανένταχτων, στη δυνατότητα όλων να συμβάλουν στη συνδιαμόρφωση της πολιτικής κατεύθυνσης, του λόγου και της πρακτικής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Βεβαίως, οι τοπικές επιτροπές και οι επιτροπές των εργασιακών χώρων πρέπει να παρεμβαίνουν και ξεχωριστές δικές τους ανοιχτές εκδηλώσεις. Η εμπειρία από τη μαζική δουλειά αποτιμάται στην εσωτερική συζήτηση της τοπικής επιτροπής, βγαίνουν τα αναγκαία συμπεράσματα που λαμβάνονται υπόψη στο μετέπειτα προγραμματισμό. Η συζήτηση πρέπει να διεξάγεται και μέσα στις τοπικές επιτροπές και μέσα στο συντονιστικό. Η επικοινωνία και η ροή της πληροφορίας πρέπει να είναι αμφίδρομη. Ο διάλογος πρέπει να διεξάγεται με όσο το δυνατόν πληρέστερη και θεμελιωμένη επιχειρηματολογία, με την αποφυγή χαρακτηρισμών, μέσα σε μια συνεχή προσπάθεια κατανόησης της ουσίας των διαφορετικών απόψεων, με πνεύμα κριτικό, αυτοκριτικό και συσπειρωτικό. Ταυτόχρονα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με δεδομένη και την πιθανότητα πρόωρων εκλογών το επόμενο χρονικό διάστημα θα πρέπει να θέσει ως πολιτικό της καθήκον την προετοιμασία της για να δώσει με ακόμη πιο αναβαθμισμένους όρους τη μάχη των βουλευτικών εκλογών.

Για άλλη μια φορά καλούμε όλους τους αγωνιστές και τις συλλογικότητες που αγωνιούν για μια άλλη κατάσταση στην Αριστερά να συσπειρωθούν γύρω από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, να ενισχύσουν την ενότητα της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής, κομμουνιστικής αριστεράς και της ριζοσπαστικής οικολογίας.  Με δεδομένη τη βαθύτερη κοινωνική, πολιτική και στρατηγική κρίση των σχηματισμών της κοινοβουλευτικής Αριστεράς, η αντικαπιταλιστική και επαναστατική αριστερά έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει όχι απλώς μια αριστερή διαφωνία ή κριτική αλλά μια πρόταση διεξόδου για τις αγωνίες και τις αναζητήσεις πολλών αγωνιστών και αγωνιστριών που αναζητούν μια σύγχρονη και αποτελεσματική αριστερή στρατηγική απάντηση.  

Η επόμενη συνάντησή μας θα είναι στους δρόμους του αγώνα, της σύγκρουσης, της ανατροπής, της ελπίδας και της προοπτικής για μια άλλη αριστερά, μαχητική, δυναμική και αποτελεσματική. Την αριστερά των προσδοκιών και των οραμάτων μας, της ανατροπής και της ευθύνης, της μάχης και του αγώνα, αλλά και της οικοδόμησης του μέλλοντος μας. Γιατί το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός, είναι η επανάσταση και ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός.