Πρώτο βήμα σε μεγάλη πορεία

 

Άρθρο του Χρίστου Μπίστη

στην εφημερίδα «Πριν»

 

Παρ’ όλο ότι ζούμε τις πρώτες συνέπειες της κρίσης στην Ελλάδα, είχαμε κιόλας την εξέγερση του Δεκέμβρη, τα μπλόκα των αγροτών, τις μαχητικές κινητοποιήσεις των απλήρωτων και απολυμένων εργατών της βιομηχανίας, το ξέσπασμα κάθε μορφής εκδηλώσεων συμπαράστασης για την Κωνσταντίνα Κούνεβα, τη μακρόχρονη κατάληψη του ΑΠΘ, τις αγωνιστικές καταλήψεις δημόσιων χώρων για το πράσινο κ.λπ. Τους επόμενους μήνες θα δούμε ακόμα πιο οδυνηρές τις συνέπειες της ύφεσης με την κάθετη πτώση στις κατασκευές, στη βιομηχανία, στον τουρισμό και τη ναυτιλία, με την ανεργία να εκτινάσσεται στο 12% με 13% σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς. Η εντεινόμενη αναξιοπιστία και των δύο αστικών κομμάτων, της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, αλλά και η ανυπαρξία οποιασδήποτε ρεαλιστικής αγωνιστικής διεξόδου απ’ τη μεριά του ΣΥΡΙΖΑ και του λεγόμενου ΚΚΕ, δημιουργούν ένα τεράστιο πολιτικό κενό που, αν δεν αρχίσει να καλύπτεται απ’ τ’ αριστερά, θα φέρει μαζί του κορύφωση των αντιλαϊκών επιθέσεων, εκφασισμό της δημόσιας ζωής, μια όλο και πιο έντονη κοινωνική και πολιτική βαρβαρότητα.

 

Μπορεί να μην το έχουμε συνειδητοποιήσει, αλλά το θετικό βήμα προς τα μπρος με τη συγκρότηση της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. από 11 οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής, κομμουνιστικής Αριστεράς και της ριζοσπαστικής Οικολογίας, καλείται να αναλάβει συνολικότερες πολιτικές ευθύνες απέναντι στην εργατική τάξη και στο λαό αν δεν θέλει γρήγορα να εκφυλιστεί και να σβήσει. Ευθύνες που ούτε θέλουν ούτε μπορούν να συνειδητοποιήσουν όσοι πλειοδοτούν σε επαναστατικές παρόλες αδιαφορώντας για τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση και αξιοποίηση του ανθρώπινου και στελεχικού δυναμικού της επαναστατικής Αριστεράς, ούτε και όσοι, περιχαρακωμένοι στο κλουβί της ιδεολογικής τους καθαρότητας, αδυνατούν να αναγνωρίσουν τη δυναμική του μαζικού κινήματος, υποτάσσονται στο ρεφορμισμό της ήσσονος «Αντίστασης», ξεχνούν ότι για να μπορέσεις να αποσπάσεις ακόμα και τη φέτα το ψωμί πρέπει να διεκδικήσεις ολόκληρο το καρβέλι.

 

Ωστόσο η ποσοτική συσπείρωση που έχει κατακτηθεί σε μια γενικά θετική πολιτική κατεύθυνση δεν θα οδηγήσει κι αυτή πουθενά αν δεν μεταφραστεί σε μια νέα ποιότητα. Το ότι γίναμε περισσότεροι με μεγαλύτερη πανελλαδική διακλάδωση δεν επιτρέπεται να αποτελέσει παράγοντα επανάπαυσης αλλά απαιτεί την ακόμα μεγαλύτερη ενεργοποίηση και υπευθυνοποίηση όλων μας. Η «πλειοψηφική απεύθυνση» που είναι απαραίτητη, προϋποθέτει τη σύγκρουση με τις κυρίαρχες αστικές αντιλήψεις, με το γραφειοκρατικοποιημένο συνδικαλισμό και το ρεφορμισμό, με την αναζήτηση κάθε φορά των πιο εύκολων λύσεων, απαιτεί ζυγιασμένες πρωτοβουλίες ρήξης και ανατροπής, αν δεν θέλουμε να γίνουμε ουρά των μαζών και των κάθε είδους μεθοδεύσεων του συστήματος.

 

Κι ακόμα επαναστατική πολιτική δεν είναι ο μαξιμαλισμός των αιτημάτων που αδιαφορεί για τις πραγματικές διαθέσεις των μαζών. Ούτε είναι επαναστατική η πολιτική που δημιουργεί αυταπάτες για την ικανοποίηση λαϊκών αιτημάτων στα πλαίσια του συστήματος χωρίς την ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική σφυρηλάτηση για την συνολική σύγκρουση με τους μηχανισμούς και την ίδια την αστική εξουσία, για την επαναστατική ανατροπή και την εργατική εξουσία.

 

Σε μια τέτοια κατεύθυνση δεν αρκεί ο ακτιβισμός και κινηματισμός όσο ειλικρινής  κι αν είναι. Απαιτείται το άνοιγμα ενός πλατιού διαλόγου, που θα μας επιτρέψει να προχωρήσουμε στη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης με τη συμμετοχή των ίδιων των εργαζόμενων. Στο ξεδίπλωμα εκείνου του επιστημονικού προβληματισμού που είναι απαραίτητος για να αποδείξουμε πόσο καταστροφικές είναι οι αστικές αντιλήψεις για την «ανάπτυξη» με αποκλειστικό κριτήριο το κέρδος και ποια είναι εκείνη η ανάπτυξη που είναι απαραίτητη σύμφωνα με τις σημερινές επιστημονικές και τεχνικές δυνατότητες για τη μέγιστη ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Και βέβαια μια τέτοια προσέγγιση θα πρέπει να εντάσσεται στις εξελίξεις της διεθνούς ταξικής πάλης. Θα πρέπει όμως ταυτόχρονα να ξεκινάει από τα ιδιαίτερα καθήκοντα του δικού μας κινήματος αν δεν θέλει να περιμένει από αλλού ανύπαρκτες λύσεις και να καταλήγει στο ρεφορμισμό. Με την πεποίθηση ότι η μέγιστη διεθνιστική συνεισφορά της εργατικής τάξης σε κάθε χώρα ξεχωριστά είναι η πραγματοποίηση της επανάστασης στον τόπο της .

 

Και βέβαια επειδή θα ήταν κουτό να κάνουμε σάμπως η ιστορία και η θεωρία για τη στρατηγική και τακτική του επαναστατικού κινήματος ξεκινάει με το που σκάσαμε εμείς απ’ τ’ αβγό, είναι ανάγκη να προωθήσουμε με ψυχραιμία, τόλμη και ανιδιοτέλεια και το διάλογο γύρω από τις επεξεργασίες, τις κατακτήσεις και τις αποτυχίες του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος μέχρι σήμερα. Μια εμπειρία που κάθε άλλο παρά έχει αξιολογηθεί ολοκληρωμένα από επαναστατική πλευρά απαλλαγμένη από τις σκοπιμότητες και το μηδενισμό της αντίδρασης, απ’ τους υποκειμενισμούς και τις ανεπάρκειες ενός κατακερματισμένου ακόμα κινήματος.

 

Αλλά αρκετά ως εδώ με τους γενικούς προβληματισμούς και τις ανησυχίες μας.  Κι ας μην ξεχνάμε μπροστά στην απεραντοσύνη των σκοπών μας ότι κάθε μεγάλη πορεία κρίνεται απ’ τα συγκεκριμένα βήματα που γίνονται κάθε φορά προς τα μπρος. Γι’ αυτό  κι εμείς, με την προκήρυξη και τον κουβά και την αφίσα στο χέρι, ας φέρουμε το μήνυμα της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. σε κάθε γειτονιά, κάθε χώρο δουλειάς κάθε σχολή και πανεπιστήμιο, για την πρωτοπόρα συμμετοχή μας στους αγώνες της περιόδους, για πετυχημένη συμμετοχή στις ευρωεκλογές.